Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΥΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΥΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016



Η στρογγυλή θεά και οι γωνίες της

του Παντελή Μπουκάλα, εφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 18-6-2016


     Μ​​ας συγκινεί η μπάλα. Παίξαμε   - δεν παίξαμε πιτσιρίκια. Τσακωθήκαμε - δεν τσακωθήκαμε με φίλους και δικούς για ένα πέναλτι ή ένα οφσάιντ, που τα βλέπουμε με γυαλιά βαμμένα από το πάθος μας, κι ας ορκιζόμαστε πως είμαστε τάχα φίλαθλοι και όχι οπαδοί, αντικειμενικοί και όχι αγρίως μεροληπτικοί. Και να μη μετέχει σε κάποια διοργάνωση η ομάδα μας (ο αγαπημένος μας σύλλογος ή το εθνικό μας συγκρότημα), η πανούργα μηχανή της υπεραναπλήρωσης ή της ταύτισης βρίσκει τον τρόπο να δουλέψει. Και καταφέρνει να μας τυλίξει στη σαγήνη της, ακόμα κι αν παίρνουμε άλλου είδους όρκο τούτη τη φορά. Να πάψουμε δηλαδή να νομιμοποιούμε-με την εξ αποστάσεως έστω συμμετοχή μας-αλισβερίσια που μας προσβάλλουν με τον ωμό κυνισμό τους. Να πάψουμε να είμαστε το άλλοθι για «πρωταγωνιστές» που καγχάζουν με τις επιταγές της νομιμότητας, αφού άλλου περιεχομένου επιταγές τούς συγκινούν, αλλά και για συμπεριφορές αγροίκες, κοινωνιοδιαλυτικές, χουλιγκάνικα εθνικιστικές.
     Φαίνεται όμως πως γράφουμε τους όρκους μας πάνω στο νερό. Ή πως ορκιζόμαστε όπως ορκίστηκε η Ρένα Βλαχοπούλου στον Λάμπρο Κωνσταντάρα ότι δεν θα ξαναχαρτοπαίξει, με σταυρωμένα τα δυο της δάχτυλα, αφανή στην πισώπλατη κρυψώνα τους. Κι έτσι το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να μας συγκινεί. Ίσως και επειδή ψάχνουμε ένα «εμείς» (έστω καμωμένο με τον τρόπο της υπερβολής και της εθελοτυφλίας) που να μην το έχει τσακίσει η ιστορία. Εξακολουθεί να μας καθηλώνει παρότι ξέρουμε πως η μπάλα είναι λιγότερο στρογγυλή και από τη Γη, αφού έχει γωνίες, αιχμές και σκισίματα – περίπου όπως καταντούσαμε ταχύτατα τω καιρώ εκείνω την πρώτη πέτσινη μπάλα μας, τη «βαλβιδένια». Ξέρουμε δηλαδή ότι το κυρίως παιχνίδι, οικονομικό, πολιτικό, ιδεοπλαστικό, γίνεται έξω από τις γραμμές του γηπέδου· δίχως κάμερες να καλύπτουν την εξέλιξή του, δίχως κούφιες δηλώσεις για την τιμή της φανέλας. Μας κλέβει όμως το ενδιαφέρον και την αδρεναλίνη ακόμα κι όταν πληροφορούμαστε σε ποιες ανελέητα φεουδαρχικές συνθήκες κατασκευάζονται μπάλες, παπούτσια και φανέλες, συνήθως από παιδικά εργατικά χέρια. Ακόμη κι όταν μαθαίνουμε, από τα λίγα που καταφέρνουν να δουν το φως, ποια βαρβαρότητα φερμένη από την εποχή της δουλοπαροικίας υψώνει τα φαραωνικά έργα στο προμουντιαλικό Κατάρ, που έλαβε το προνόμιο της διοργάνωσης του 2022 από τους λάθρα ευεργετηθέντες Μπλάτερ και Πλατινί αυτού του κόσμου.
     Άθυρμα των αντιφάσεών μας είμαστε και της αμφιθυμίας μας. Την ίδια στιγμή, το ποδόσφαιρο χρωστάει ακριβώς στις δικές του εγγενείς αντιφάσεις τη μισή του δύναμη να μαγνητίζει (την άλλη μισή την οφείλει στην καθαυτό χάρη του και στον απροσδόκητο χαρακτήρα του, που μπορεί να αχρηστεύσει από το πρώτο κιόλας λεπτό σχεδιασμούς και συστήματα). Στις αντιφάσεις του, που το διευρύνουν αντί να το συρρικνώνουν, ποντάρει για να προσελκύει καταναλωτές με εντελώς διαφορετικές απόψεις για τα ανθρώπινα, με διαφορετικά συμφέροντα και με διαφορετική θέση στην κοινωνική κλίμακα. Τους αθροίζει όλους αυτούς σε ένα «εμείς» που διαρκεί μόλις δύο ώρες. Αμέσως έπειτα διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη, για να σχηματιστεί εκ νέου στο επόμενο παιχνίδι. Όταν λέμε, σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, «τους σκίσαμε», «δεν παίξαμε καλά σήμερα», «ήμασταν άτυχοι», «μας έσφαξε ο διαιτητής» κτλ., τα εννοούμε όλα αυτά στην κυριολεξία τους. Δεν πρόκειται για πρόχειρο σχήμα λόγου. Πόσες φορές άλλωστε δεν έχουμε συλλάβει τον εαυτό μας, κυρίως στο γήπεδο και λιγότερο στον καναπέ της τηλεόρασης, να σουτάρει, να πασάρει κάθετα ή να αποκρούει «από μέσα του», υπακούοντας στους σπασμούς της ψυχής του.
     Αυτή η συναισθηματική έκρηξη, πότε χαρά και πότε στενοχώρια, είναι όλο κι όλο το «κέρδος» του οπαδού (εκτός βέβαια και συναριθμείται σε όσους απαρτίζουν τους στρατούς των εμμίσθων, που θέτουν τα μούσκουλά τους και τα κλομπ τους στην υπηρεσία του εκάστοτε σωτήρα-επικεφαλής). Στους αντίποδες της δικής του ανιδιοτέλειας υψώνονται τα τεράστια και ποικιλόμορφα κέρδη όσων έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα γηπεδικά δρώμενα, του ιερατείου που «διακονεί» τη στρογγυλή θεά. Το χρήμα, στην περίπτωση αυτή, είναι ίσως το τελευταίο που ενδιαφέρει, το τελευταίο που μετράει· προηγείται η δύναμη, μια και το ποδόσφαιρο, ο επαγγελματικός αθλητισμός γενικότερα, λειτουργεί σαν χορηγός ισχύος, η οποία μεταφράζεται αμέσως και δίχως φύρα στη γλώσσα της πολιτικής· το ξέρουμε δα και από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
     Ανιδιοτέλεια λοιπόν από τη μία, συμφέρον από την άλλη – ιδού το ένα από τα δίπολα στους ναούς της θεάς Μπάλας.
     Το δίπολο που σημαδεύει, πάντως, όλο και βαθύτερα τον κόσμο του ποδοσφαίρου ορίζεται από τα μεγέθη «εθνικισμός» και «μη εθνικισμός». Ο πρώτος όρος είναι σαφής, οξύτατα σαφής: Η εθνική ομάδα κάθε χώρας εκπροσωπεί «αυθεντικά» τον λαό της στον σκηνοθετημένο ειρηνικό πόλεμο, που παύει να είναι ειρηνικός όταν οι οπαδοί συγκρούονται αγρίως μεταξύ τους, κραδαίνοντας τα εθνικά τους σύμβολα και το μπουκάλι της δέκατης μπίρας που κατάπιαν σε μια ώρα μέσα, αν δεν εμφανίζονται εξοπλισμένοι με τα λάβαρα και τα συνθήματα του φιλοναζισμού τους, όπως Γερμανοί και Ρώσοι. Η όποια φιλοπατρία εξαλλάσσεται σε μισαλλόδοξο σωβινισμό επειδή για πολλές χώρες, νεοπαγείς και μη, η πιθανή γηπεδική επιτυχία μεταφράζεται σε επικύρωση της εθνικής υπόστασης: Στην Κροατία, το ’λεγαν και οι ίδιοι, ένιωσαν ότι καταγράφονται στον χάρτη το 1998, όταν η Εθνική τους αναδείχτηκε τρίτη στο Μουντιάλ της Γαλλίας. Κι εμείς εδώ, το 2004, (παρα)μιλούσαμε για το «χρυσό καλοκαίρι της Ελλάδας», αθροίζοντας τους Ολυμπιακούς και το Γιούρο της Πορτογαλίας.
     Ο ασαφής δεύτερος όρος, «μη εθνικισμός», που δεν συνωνυμεί ούτε με τον διεθνισμό ούτε με τον κοσμοπολιτισμό ή την παγκοσμιοποίηση, επιχειρεί να καλύψει συμπεριφορές που πάνε αντίθετα στο εθνικιστικό ρεύμα, δεν έχουν όμως όλες τον ίδιο χαρακτήρα. Για άλλους λόγους μετράμε μισούς λευκούς και μισούς μαύρους παίκτες στη γαλλική και την αγγλική Εθνική, για άλλους η ελβετική ενδεκάδα έχει μόνο τρεις Ελβετούς, και για άλλους βλέπουμε αδελφούς να μοιράζονται σε αντίπαλες Εθνικές: τα αδέλφια Τσάκα τώρα (στην αλβανική ομάδα ο Ταουλάντ, στην ελβετική ο Γκράνιτ), τα αδέλφια Μπόατενγκ το 2010 και το 2014 (με την Γκάνα ο Κέβιν Πρινς, με τη Γερμανία ο Ζερόμ), τα αδέλφια Ματαντά το 2008 (με το Κονγκό ο Στιβ, με τη Γαλλία ο Παρφέ). Γι’ αυτά όμως την επόμενη Κυριακή. Το Γιούρο είναι ακόμη μπροστά μας.



Εξουσία παραδομένη στη χλεύη

του Δημ. Π. Σωτηρόπουλου, εφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 18-6-2016


​​     Η εξουσία είναι μαγική. Όσο κι αν εκκοσμικευθεί, όσο κι αν απομαγευτεί –και η νεωτερικότητα φρόντισε να το διεκδικήσει αυτό μετ’ επιτάσεως– παραμένει μια υπόθεση που δεν αφορά κανονικούς ανθρώπους. Ή τουλάχιστον ποτέ δεν θα τους δει ως τέτοιους η κοινωνία. Γι’ αυτό και η τελευταία θα σπεύσει πάντα με πάθος να σφίξει το χέρι του ηγέτη, στις δημόσιες εμφανίσεις του, να ακουμπήσει δηλαδή το «σώμα της εξουσίας», όπως ακριβώς στον μεσαίωνα οι υπήκοοι στριμώχνονταν για να τους αγγίξει το χέρι του βασιλιά, το οποίο θεωρούνταν ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Και μπορεί φυσικά σήμερα το σώμα του βασιλιά αυτό καθαυτό να μην αποτελεί την ενσάρκωση του κράτους, μπορεί με άλλα λόγια το «l’ état c’est moi» να μην είναι πλέον κυριολεκτικό, και ο σύγχρονος πολιτικός ηγέτης να είναι ένας απλός «ενοικιαστής» της εξουσίας, αλλά η μαγεία δεν έχει πάψει να τον τυλίγει σαν ένα διαρκές φωτοστέφανο πάνω από το κεφάλι του.
     Και κατά μία έννοια, δεν είναι εντελώς παράλογο. Καίτοι οι πολιτικοί, τις τελευταίες δεκαετίες, παλεύουν να μας πείσουν ότι είναι «απλοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας», η δουλειά αυτή που κάνουν δεν είναι για κοινούς θνητούς, πόσο μάλλον σε καιρούς άγριους σαν τους δικούς μας. Πόσοι από εμάς θα ήταν άραγε ικανοί να λάβουν, χωρίς να καταρρεύσουν από ενοχές, αποφάσεις που θα είχαν σοβαρότατες αρνητικές συνέπειες για εκατομμύρια συνανθρώπους μας; «Είναι μια βρωμοδουλειά, αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει», λένε δικαίως οι θυμόσοφοι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Και πράγματι, συχνά δεν είναι αξιοζήλευτη η θέση των «ηγεμόνων» μας.
     Το πιο μαγικό όμως από όλα βρίσκεται στον λόγο τους. Όπως θα έλεγε κι ένας παλιότερος φιλόσοφος, μπορούν να κάνουν πράγματα με τις λέξεις τους. Μιλούν, και, ως εκ θαύματος, κάτι συμβαίνει ως αποτέλεσμα της δήλωσής τους. Έτσι, αν φέρ’ ειπείν μάς πουν ότι μπορούν να περπατήσουν πάνω στη θάλασσα, πολλοί θα τους πιστέψουν, όχι αναγκαστικά οι πιο αφελείς και μόνο. Και θα τους πιστέψουν διότι αποδεχόμενοι τη μαγεία, έχουν συνάψει και μια σύμβαση με την εξουσία (στη σύγχρονη μορφή της). «Εγώ σου παραχωρώ τη νομιμοποίησή μου, κι εσύ φρόντισε να την διαχειριστείς επ’ ωφελεία μου. Αν λες ότι μπορείς να περπατήσεις στη θάλασσα, κάτι θα ξέρεις περισσότερο από εμένα. Περιμένω να σε δω». Δεν είναι όμως όλα ρόδινα για τον ηγεμόνα. Αν την ώρα που πάει να περπατήσει στη θάλασσα, βουλιάξει αύτανδρος, κινδυνεύει να γελοιοποιηθεί. Ο βασιλιάς εκτός από γυμνός, θα ‘ναι και μούσκεμα, δηλαδή πλήρως ταπεινωμένος. Θα ‘χει χάσει ως εκ τούτου τη γοητεία του, που όπως είπαμε, είναι απαραίτητο συνοδευτικό για την περίεργη αυτή δουλειά που κάνει.
     Κάθε παρακμή έχει όμως τον δικό της πάτο. Και για την εξουσία αυτός είναι όταν o βασιλιάς όχι μόνο έχει πνιγεί στη θάλασσα, στην οποία υποτίθεται θα περπατούσε, αλλά την ίδια στιγμή επιμένει να ισχυρίζεται ότι όλα βαίνουν καλώς, όπως στο γνωστό ανέκδοτο, όταν αυτός που πέφτει από τον 10ο όροφο, λέει καθησυχαστικά, μόλις έχει φθάσει στον 1ο, «ώς εδώ είμαι μια χαρά». Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μόνο ότι μια εξουσία απέτυχε στους στόχους και στις υποσχέσεις της, κάτι, τέλος πάντων, αποδεκτό στο πλαίσιο του πολιτικού παιχνιδιού. Είναι ότι η εξουσία έχει διαρρήξει τον πιο βασικό δεσμό που τη συνδέει με την κοινωνία: την εμπιστοσύνη. Οι λέξεις, όχι μόνο πλέον δεν φτιάχνουν πράγματα, αλλά διαλύουν και όσα ήδη υπάρχουν. Ο Βασιλιάς δεν είναι μόνο γυμνός, έχει χάσει και κάθε αίσθηση σοβαρότητας. Μιλάει, και όλοι γελούν με χάχανα. Ιδού, λοιπόν, ο χειρότερος εχθρός της εξουσίας, η χλεύη. Η αίσθηση δηλαδή των πολιτών ότι αυτός που τους απευθύνεται είναι κάποιος πολύ χειρότερός τους, κάποιος του οποίου οι λέξεις είναι το προκάλυμμα μιας εξαπάτησης. Και τότε είναι που οι «υπήκοοι» θα γυρίσουν και θα του πουν στον ενικό αγενείας: «Μη μιλάς άλλο, το ψέμα σου δεν θα ζήσει να γεράσει»…



«Βους επί γλώσση μέγας βέβηκεν»

Τάκης Θεοδωρόπουλος, εφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 19/6/2016

 Αποτέλεσμα εικόνας για η φαρμα των ζωων

​     «Τα δ’ άλλα σιγώ. Βους επί γλώσση μέγας βέβηκεν...». Σε ελεύθερη απόδοση: «Τα υπόλοιπα δεν θα τα πω. Ένα μεγάλο βόδι πάτησε τη γλώσσα μου...». Κάπως έτσι κλείνει ο μονόλογος του Φύλακα, που εισάγει τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου. Λίγο πριν έχει δει τις φρυκτωρίες που αναγγέλλουν την άλωση της Τροίας και την επιστροφή του βασιλιά, και ο ίδιος ετοιμάζεται να ξυπνήσει την Κλυταιμνήστρα για να της το αναγγείλει. «Τα υπόλοιπα» είναι αυτά που συνέβησαν κατά την απουσία του και όσα τον περιμένουν όταν θα επιστρέψει. Αυτά τα αποσιωπά ο ίδιος, είναι υπόθεση των πρωταγωνιστών της τραγωδίας.
     Διάβασα τις προάλλες πως ο Έλιοτ, υπεύθυνος του οίκου Faber and Faber, είχε απορρίψει την έκδοση του έργου του Όργουελ «Η φάρμα των ζώων». Έκρινε πως το δυστοπικό αφήγημα, παραβολή της μπολσεβικικής επανάστασης και της επιβολής του σταλινικού καθεστώτος, ήταν άκαιρο. Ήταν το 1944, ή 1945, αν δεν κάνω λάθος, η ΕΣΣΔ πολεμούσε με την Αγγλία κατά του Αξονα και δεν θα ήταν σωστό να δημοσιευθεί ένα κείμενο με τέτοια καταλυτική κριτική κατά του Στάλιν. Πάντα υπάρχει μια συγκυρία η οποία καθιστά την κριτική «άκαιρη». Όπως λέει ο Νίτσε, για να τον παραφράσω κι αυτόν, η σκέψη είναι πάντα άκαιρη.
     Ο Γαλλολιβανέζος συγγραφέας Αμίν Μααλούφ («Λέων ο Αφρικανός», «Σαμαρκάνδη») έδωσε την περασμένη εβδομάδα συνέντευξη σε ισραηλινό κανάλι, με αφορμή την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου. Του επετέθησαν συμπατριώτες συνάδελφοί του και δύο τουλάχιστον μεγάλες εφημερίδες της Βηρυτού. Τον κατηγόρησαν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο νομιμοποιεί την πολιτική του Ισραήλ και την κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών. Θα μπορούσε, αν μη τι άλλο, να τα έχει καταγγείλει και μετά ας μιλήσει για τη λογοτεχνία του όσο θέλει.
     Ας μου συγχωρεθεί η παράθεση τόσων ονομάτων, όμως εικονογραφούν το καθεστώς λογοκρισίας που επιβάλλεται ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποιος συνταγματάρχης πίσω από ένα γραφείο, ο οποίος πρέπει να εγκρίνει το γραπτό σου πριν δημοσιευθεί. Είναι η προσπάθεια ενοχοποίησης της ελεύθερης έκφρασης και σκέψης στο όνομα προτεραιοτήτων που την υπερβαίνουν. Δεν σου απαγορεύουν να μιλήσεις. Απλώς σου υπενθυμίζουν ότι την επόμενη φορά που θα μιλήσεις θα πρέπει να φροντίσεις να μην ενοχοποιηθείς θίγοντας είτε τις ευαισθησίες που προκαλούνται λόγω της συγκυρίας, είτε τις ευαισθησίες κάποιας κοινωνικής, θρησκευτικής ή φυλετικής ομάδας, είτε τους υπέρβαρους, είτε τους ανορεξικούς. Η «Νεογλώσσα» που έχει επιβάλει ο Μεγάλος Αδελφός στο «1984» του Όργουελ είναι η δυστοπική προσέγγιση μιας πραγματικότητας η οποία έχει επιβληθεί. Πείτε την «πολιτικώς ορθόν», πείτε την «ενιαία σκέψη» ή «ομογενοποιημένη».
     Στη μικρή και κλειστοφοβική πνευματική μας ζωή, με το ελάχιστο οξυγόνο και τους κλειστούς ορίζοντες, τη λογοκρισία της δικτατορίας την αντικατέστησε ο ολοκληρωτισμός της «ενιαίας σκέψης». Δεν είναι και δύσκολο. Οι απόψεις συνήθως διακινούνται τα βράδια στο εστιατόριο και μετά δεν έχεις χρόνο να διαβάσεις. Σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης δεν μπορούσες να αρθρώσεις δημόσιο λόγο ως πνευματικός άνθρωπος αν δεν αυτοχαρακτηριζόσουν «αριστερός». Αν τολμούσες να συγκρίνεις τον Χίτλερ με τον Στάλιν σε αποκαλούσαν «αντικομμουνιστή», κάτι σαν αρρώστια, αφού η λέξη «κομμουνισμός» παρ’ ημίν ήταν ταυτόσημη με την πολιτική υγεία. Η δε λέξη «φιλελεύθερος» ήταν στην παρανομία. Ώσπου πολλοί πρώην κομμουνιστές υιοθέτησαν τον φιλελευθερισμό με τον ίδιο ιδεολογικό απολυταρχισμό. Έτσι έμαθαν την πολιτική.
     Υπερασπίζεσαι τη διδασκαλία του χριστιανισμού στην εκπαίδευση, σε λένε συντηρητικό. Υπερασπίζεσαι τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών ή της καθαρεύουσας, εκεί πια είσαι τελειωμένος. Κι αν πιστεύω ότι η πρόοδος προκύπτει από την αξιοποίηση των ήδη υπαρχουσών αξιών, τότε είμαι συντηρητικός. Αν τολμήσεις να πεις πως το Ισλάμ αποτελεί κίνδυνο για τον Δυτικό Πολιτισμό, σε ταυτίζουν με τον Τραμπ και σε χρίζουν ισλαμόφοβο. Είναι σαν να λες είμαι εναντίον του Στάλιν και να σε ταυτίζουν με τον Χίτλερ. Πέρυσι το καλοκαίρι, αν έλεγες πως ανάμεσα στους πρόσφυγες υπάρχουν μετανάστες, σε αποκαλούσαν ρατσιστή. Ώσπου έφυγαν οι πρόσφυγες και μας έμειναν οι μετανάστες. Τόλμησα τις προάλλες να διατυπώσω αντιρρήσεις για το gay pride και έγινα ομοφοβικός για τις πρόθυμες μιλίτσιες. Είναι σαν να λες ότι δεν σου αρέσει ο Φίλιπ Ροθ και να σε λένε αντισημίτη.
     Το πρόβλημα δεν είναι μόνον ελληνικό. Το ξέρω. Όταν την ανάγνωση την έχουν αντικαταστήσει οι αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ενιαία σκέψη αναπτύσσεται σαν λειχήνα. Σε μια κοινωνία όμως, όπως η ελληνική, όπου η μέση εκπαίδευση στηρίζεται στην αποστήθιση και στην παπαγαλία, όπου τα πανεπιστήμια είναι διαλυμένα και η ανάγνωση θεωρείται πολυτέλεια στην καλύτερη περίπτωση και στη χειρότερη ιδιοτροπία, όπου οι περισσότεροι ταυτίζουν τη σκεπτόμενη γραφή με την έκθεση ιδεών, ο αυταρχισμός της ενιαίας σκέψης καλύπτει όλες τις ανασφάλειες και τις φοβίες των δημοσιολογούντων.
     Τον 17ο αιώνα ο Γάλλος ποιητής Boileau είπε πως στρέφεται στους κλασσικούς για να απελευθερωθεί από τις δουλείες του σύγχρονου κόσμου του. Είναι μια κίνηση που πάντα την έκανε η Ευρώπη στις κρίσιμες στιγμές. Κι αυτή στο κάτω κάτω είναι η σημασία της κλασσικής παιδείας, την οποία η αλαζονεία της μετανεωτερικότητας προσπαθεί να εξαφανίσει στο όνομα του προοδευτικού κομφορμισμού. Σε απελευθερώνει, όπως ο οίστρος του Σωκράτη, απ’ το βόδι που πάτησε τη γλώσσα.

Υ.Γ.: Φοβάμαι πως η εποχή μας έχει πλέον γίνει ένα πεδίο εφαρμογής των οργουελιανών ανησυχιών...

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014



Οι ρίζες του φασισμού

του Πάχου Μανδραβέλη, εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1/6/2014

     Η αλήθεια είναι πως δεν απέτυχαν μόνο όλες οι τακτικές που η δημοκρατική κοινότητα δοκίμασε κατά της Χρυσής Αυγής, αλλά απέτυχαν και όλες οι θεωρίες εξήγησης του φαινομένου. Αυτό, προφανώς, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ολόκληρο το δημοκρατικό σύστημα (από τα κόμματα, μέχρι τα ΜΜΕ και μέχρι τις οργανώσεις των πολιτών) είχε επαναπαυθεί σε αφορισμούς του στυλ «στην Ελλάδα δεν περνάει ο φασισμός» και συνεπώς όλοι ήταν απροετοίμαστοι για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η παθογένεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κριτική που γίνεται στα Μέσα Ενημέρωσης. Κάποτε κατηγορούνταν ότι προβάλλουν τη Χρυσή Αυγή επειδή την εμφάνιζαν. Τώρα κατηγορούνται για το ακριβώς αντίθετο, διότι δεν την εμφανίζουν για να την απομυθοποιήσουν. Το αποτέλεσμα αυτής της αμηχανίας είναι να μοιάζει ο δημοκρατικός χώρος σαν κοτέτσι στο οποίο μπήκε φίδι. Όλοι ξεφωνίζουν γι’ αυτό και κανείς δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει.
     Τα ξεφωνητά όμως δεν βοηθούν. Ούτε η αποσπασματική αντιμετώπιση. Κι αυτό διότι ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται με περιστασιακά κλαδέματα. Πρέπει να ξεραθούν οι ρίζες που τον τρέφουν. Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα γιατί αφενός οι ρίζες είναι πολλές και αφετέρου βρίσκονται εκεί που μέχρι σήμερα ποτίζαμε.
     Το πρώτο πρόβλημα στην αντιμετώπιση της Χ.Α. είναι ότι επί μακρόν η άνοδός της εθεωρείτο ότι έχει μόνο μία αιτία και ήταν εκείνη που βόλευε τη ρητορεία της ρηχής Αριστεράς. Μπορεί η πιο επαρκής μελετήτρια του φαινομένου, η καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης κ. Βασιλική Γεωργιάδου, να φωνάζει ότι «η Χ.Α. υπήρχε και λίγο πριν από την κρίση, δηλαδή εμφανίστηκε με καλά ποσοστά το 2008 και το 2010 στον Δήμο της Αθήνας, στο Δημοτικό Συμβούλιο, όχι για λόγους Μνημονίου» (Lifo 16.4.2014), αλλά στην Ελλάδα η συζήτηση ακόμη και για τα πιο επικίνδυνα θέματα γίνεται με αφορισμούς που βολεύουν.

Η διεθνής εμπειρία
     Εκτός αυτού υπάρχει και η διεθνής εμπειρία. Η ακροδεξιά πάει καλά σε χώρες που δεν βιώνουν την ένταση της κρίσης, όπως η Ελλάδα (π.χ. Βρετανία, Δανία, Αυστρία) και δεν πάει καλά σε χώρες με χρόνια υψηλή ανεργία όπως η Ισπανία. Ο λέκτορας Πολιτικής Οικονομίας του King College στο Λονδίνο κ. Alexandre Afonso έκανε έναν συσχετισμό μεταξύ του ποσοστού των ακροδεξιών κομμάτων στις ευρωεκλογές της περασμένης Κυριακής και της ανεργίας στις χώρες αυτές. Αντιθέτως με τα αριστερά ειωθότα ο συσχετισμός είναι αρνητικός· χαμηλότερη ανεργία, μεγαλύτερη ακροδεξιά. Βεβαίως και ο ίδιος παραδέχεται ότι στα οικονομικοπολιτικά φαινόμενα υπάρχουν πολλοί προσδιοριστικοί παράγοντες, αλλά η σχέση κρίση-ακροδεξιά δεν προκύπτει. Εξάλλου στα χρόνια της κρίσης δεν φούντωσε μόνο η ακροδεξιά· τέλειωσε -ή έστω ανεστάλη- η λειτουργία του πελατειακού κράτους.
     Αναρωτιόμασταν και παλιότερα: «Μήπως αυτά που κηρύσσει το νεοναζιστικό κόμμα ήταν διάχυτα στην ελληνική κοινωνία και δεν μπορούσαν να βρουν πολιτική έκφραση, επειδή οι σημερινοί ψηφοφόροι της Χ.Α. ήταν μπουκωμένοι από το επάρατο πελατειακό κράτος; Μήπως ο φασισμός που ξορκίζαμε ήταν διαρκώς παρών σε διάφορες εκφάνσεις του κοινωνικού μας βίου;» (Της ημετέρας παιδείας αμέτοχοι, «Καθημερινή» 12.4.2013). Συμπληρώναμε ότι πρέπει «να δούμε τι μαθαίνουν τα παιδιά στα σχολεία, αν αντιλαμβάνονται το έθνος με όρους του 19ου αιώνα, αν διδάσκονται δηλαδή τις εθνικιστικές ανοησίες περί αίματος και τιμής και αποσιωπάται ότι όποτε αυτό το έθνος μεγαλούργησε είναι επειδή προετοιμάστηκε καλά για να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες προκλήσεις. Να ψάξουμε αν οι πολίτες αυτού του τόπου μαθαίνουν τον δημοκρατικό κανόνα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτόν· τι είναι νόμος και τι παρανομία. Να δούμε έστω πόσα μαθαίνουν τα παιδιά για την πραγματική φύση του φασισμού ή αν υποδορίως τον διδάσκονται με τελετουργικά όπως οι παρελάσεις» (Το κακό σπυρί της Χρυσής Αυγής, «Καθημερινή» 6.10.2013).
     Η πρώτη ρίζα που τρέφει τη Χ.Α. είναι ο ελληνικός εθνικισμός που μασκαρεύεται ως πατριωτισμός. Είναι το γεγονός ότι μεγάλωσαν γενιές που μαθαίνουν παραμύθια αντί ιστορίας, με θεωρίες περί «ελληνικής εξαίρεσης» την οποία κατατρύχουν ντόπιοι και ξένοι εχθροί. Είναι το γεγονός ότι όποτε αντιμετωπίζαμε κάποιο εθνικό θέμα δεν το συζητούσαμε αλλά αφορίζαμε· όχι μόνο την αλήθεια αλλά κι εκείνους που είχαν «αιρετική» άποψη. Τα «λιντσαρίσματα» την εποχή του Μακεδονικού, της εποχής Οτσαλάν, του «σχεδίου Ανάν» κ.λπ. ήταν πρώτο τραπέζι τηλεοπτικό πάνελ. Διαμορφώθηκε μια γενιά που «έμαθε» ότι όλος ο κόσμος συνωμοτεί εναντίον μας κι απλώς το 10% αυτών το πάει και λίγο μακρύτερα.

Ρυθμισμένη οικονομία
     Η δεύτερη ρίζα αποκαλύφθηκε το 1944 από τον νομπελίστα οικονομολόγο Φρίντριχ Χάγιεκ. «Ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός», έγραψε στο βιβλίο του «Ο δρόμος προς τη δουλεία», «αναπτύχθηκαν από την εμπειρία μιας ολοένα και πιο ρυθμισμένης οικονομίας. Η διαδικασία παρακμής του κράτους δικαίου εκτυλισσόταν σταθερά στη Γερμανία και για καιρό πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, καθώς και ότι μια αρκούντως προχωρημένη πολιτική στην κατεύθυνση του ολοκληρωτικού σχεδιασμού (της οικονομίας) είχε κάνει ήδη μεγάλο μέρος δουλειάς που τελείωσε ο Χίτλερ... Η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού δεν ήταν μια αντίδραση στα σοσιαλιστικά ρεύματα της προηγούμενης περιόδου, αλλά αναγκαία συνέπεια αυτών των τάσεων». Είναι λογικό: όταν ένας λαός μάθει ότι η λύση για κάθε πρόβλημα είναι ο κρατικοπαρεμβατικός σχεδιασμός, τότε σε περιόδους κρίσης θα ζητά ακόμη περισσότερο από αυτόν, ακόμη κι αν αυτός γίνει φασισμός. Εξ ου και οι κραυγές που ακούγονται για έναν Πούτιν, ή έναν ηγέτη (στα γερμανικά Φύρερ) που θα λύσει μαγικά όλα τα προβλήματα. Διαμορφώθηκε μια γενιά που «έμαθε» ότι όλος ο κόσμος προχωρά μόνο με την ισχύ του κράτους κι απλώς το 10% αυτών το πάει και λίγο μακρύτερα.
     Βεβαίως και η Αριστερά είναι υπέρ της μεγάλης κρατικής ρύθμισης, αλλά όπως γράφει ο Χάγιεκ «μολονότι τα σοσιαλιστικά κόμματα είχαν τη δύναμη να πετύχουν τα πάντα εάν είχαν θελήσει να χρησιμοποιήσουν βία, δίστασαν να το κάνουν. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, είχαν θέσει στον εαυτό τους ένα καθήκον το οποίο μπορούσαν να επιτελέσουν μόνο οι αδίστακτοι (σ.σ. φασίστες), οι οποίοι ήταν έτοιμοι να αγνοήσουν τους φραγμούς της κρατούσας ηθικής... Τα παλιά σοσιαλιστικά κόμματα εμποδίστηκαν από τα δημοκρατικά ιδεώδη τους: δεν διέθεταν την απαιτούμενη αγριότητα για την εκτέλεση της αποστολής που είχαν επιλέξει».

Διάχυτη ανομία
     Η τρίτη ρίζα είναι το έλλειμμα δημοκρατικής παιδείας και η έλλειψη σεβασμού των δημοκρατικών κανόνων· είτε αυτοί έχουν να κάνουν με τα δικαιώματα της πλειοψηφίας, είτε με τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Είναι η διάχυτη ανομία (πολλές φορές με πολιτική προβιά), οι μούντζες στο Κοινοβούλιο, οι χειροδικίες εναντίον βουλευτών (αντί της καταψήφισής τους), οι προπηλακισμοί ανθρώπων με αντίθετη άποψη (αντί επιχειρηματολογίας), οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων εθνικών, θρησκευτικών κ.λπ. μειονοτήτων, η διαμονοποίηση των μεταναστών, η κατάφωρη παραβίαση δημοκρατικών κανόνων από όργανα της Πολιτείας κ.λπ. Στην Ελλάδα δεν απονομιμοποιήθηκε το πολιτικό σύστημα (όπως πιθανώς θα έπρεπε), απονομιμοποιήθηκε ο δημοκρατικός κανόνας και απλώς το 10% αυτών το πάει και λίγο μακρύτερα.
     Αν δεν κατανοήσουμε ότι η Χρυσή Αυγή τρέφεται από τις κυρίαρχες αντιλήψεις στην Ελλάδα, δεν θα καταφέρει ποτέ κανείς να ξεριζώσει τον φασισμό. Οι ανοησίες που λένε στα καφενεία οι δερματόστικτοι με τον αγκυλωτό σταυρό δεν είναι παρά η κυρίαρχη ρητορική που απλώς πάει λίγο παραπέρα.

Ιnfo
-  Βασιλική Γεωργιάδου, «Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία», εκδ. Καστανιώτη
-      Αννα Φραγκουδάκη, «Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς», εκδ. Αλεξάνδρεια. 

-       Φρ. Χάγιεκ, «Ο δρόμος προς τη δουλεία» εκδ. Παπαδόπουλος.


Η εύθυμη χήρα

του Τάκη Θεοδωρόπουλου, εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1/6/2014



     Μεγάλη στενοχώρια έχει καταλάβει τη δημοκρατία για την κατάσταση που επικρατεί στη Γηραιά Ηπειρο. Κοντεύει να πάθει κατάθλιψη η κακόμοιρη η χήρα που κάποτε φρόντιζαν για την ευρωστία της τόσο σπουδαίοι σύζυγοι, άνδρες πολιτικοί βεληνεκούς και επιπέδου, και τώρα οι καιροί την άφησαν στα χέρια των τμηματαρχών των Βρυξελλών. Ω της θλίψης, της κατήφειας και της αφόρητης βαρεμάρας! Άντε μετά να βρεις διάθεση για να σταθείς στο ύψος των προκλήσεων που την πολιορκούν πανταχόθεν. Εδώ δεν πρόλαβε να στείλει λουλούδια στον αραβικό κόσμο για την άνοιξη και την πρόφτασε το ισλαμικό φθινόπωρο. Και πάνω που πήγε να πιει μια κούπα καμπανίτη για τη Συρία της κάθισε στον λαιμό από τον Πούτιν. Όσο για την Ουκρανία, εκεί, ευτυχώς που εξελέγη την περασμένη Κυριακή ο άρχοντας της σοκολάτας για να σώσει στοιχειωδώς τα προσχήματα. Μέχρι που μάθαμε πως η Ουκρανία βγάζει σοκολάτα. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και η καταγραφή των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών για να αποδείξουν πως δημοκρατία και Ευρώπη αρχίζουν να πάσχουν από γεροντική καχεξία.
     Το 25% και η πρωτιά του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία, τη χώρα της γκιγιοτίνας και του ασύλου, φτάνουν για να τρίξουν τα οστά του μακαρίτη στρατηγού Ντε Γκολ στον τάφο του. Δεν χρειάζεται καν το ευρωσκεπτικιστικό 27,5 % του Φάραντζ του Αντιπαθούς στην αντίπερα όχθη της Μάγχης για να αναγκαστείς να παραδεχθείς πως η ευρωπαϊκή ιδέα, η «Μεγάλη Ιδέα» του δυτικού κόσμου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υποφέρει από καλπάζουσα ευρωπενία. Τον είδα προχθές στην πρώτη σελίδα της «Κ» να ποζάρει χαμογελαστός με τον δημοφιλή γελωτοποιό κ. Μπέπε Γκρίλο και να συζητούν τρώγοντας την κοινή τους αντιευρωπαϊκή δράση. Όχι, τα άκρα δεν είναι ούτε δύο ούτε τρία. Το άκρο είναι ένα και συναντάται με το άλλο στην άρνηση της ευρωπαϊκής ιδέας. Το άθροισμα μεγαλώνει αν προσθέσουμε και το περίπου 20% του Αυστριακού κ. Στράχε, εξίσου ξενόφοβου και αντιευρωπαϊστή, τη συμμετοχή της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση της Νορβηγίας, και τους νεοναζί της ελληνικής ιδιοπροσωπείας. Γιατί και στο σημείο αυτό δεν χάνουμε τα στοιχεία της ιδιοπροσωπείας μας: η αντιευρωπαϊκή ακροδεξιά υπάρχει κι αλλού, όμως οι δικοί μας μόνον συνδυάζουν τον θαυμασμό προς τον Λεωνίδα της Σπάρτης και τον Αδόλφο.
     Και η χήρα μπορεί να συνεχίσει να στενοχωριέται και να απορεί. Πού πήγε η γοητεία της; Μήπως φταίει η κρίση η οποία, όταν με το καλό παρέλθει, όλα θα είναι όπως πριν; Κι εμείς οι υπόλοιποι μπορούμε να συνεχίσουμε να απορούμε με τη σειρά μας: πώς είναι δυνατόν να μη θυμάται πως τα μεγάλα πολιτικά σχέδια έχουν ανάγκη από πολιτική, πως η πολιτική είναι το κύριο συστατικό της συνταγής και πως η Ευρώπη, από την αρχή, ακόμη και αν δεν το ομολογούσε ήταν ένα πολιτικό σχέδιο; Ένα σχέδιο δημοκρατίας, ένα σχέδιο ειρήνης, ένα σχέδιο πολιτισμικής ανοχής, το οποίο συνόρευε με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του ανατολικού μπλοκ και ήθελε να αφήσει πίσω της οριστικά και διά παντός τα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κι όταν η δημοκρατία εγκαταστάθηκε για τα καλά, μαζί με την ειρήνη και τα ανοιχτά της σύνορα, κι όταν κατέρρευσαν τα καθεστώτα του ανατολικού μπλοκ κανείς δεν σκέφτηκε να αντικαταστήσει το κενό της πολιτικής που προκλήθηκε από την επίτευξη των στόχων. Κανείς δεν είχε την ευφυΐα ή το ταλέντο να πει πως η Ευρώπη είναι ο πολιτισμός της και αυτός ο πολιτισμός μας δίνει τη δυνατότητα να κρίνουμε τους στόχους, να τους τροποποιήσουμε, να κρίνουμε ακόμη και τους όρους της ανοχής, και τη λειτουργία της δημοκρατίας ώστε όντως η Ευρώπη να ξαναβρεί τους τρόπους να εμπνέει τους Ευρωπαίους.
     Έμεινε μόνον η τεθλιμμένη χήρα, η δημοκρατία, που της συμπεριφερόμαστε σαν να ήταν η Εύθυμη χήρα του Λέχαρ, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να την κρατήσουμε κοντά μας γιατί χωρίς αυτήν το ξέρουμε πως θα φτωχύνουμε. Και βέβαια, επειδή οι κοινωνίες, όπως η φύση, δεν ανέχονται το κενό ήρθαν οι δυνάμεις που εμφανίζονται ως νεαρές, αλλά βγαίνουν από τα σκοτάδια του παρελθόντος για να προτείνουν πολιτική. Ποιος κάνει πολιτική; Ο κ. Ολάντ που ψελλίζει στατιστικές, ή η κ. Λεπέν που δείχνει τους μετανάστες και λέει στους πρώην κομμουνιστές του αποβιομηχανισμένου Βορρά πως εκείνοι φταίνε που έμειναν άνεργοι; Και τι έχει να αντιπαρατάξει ο κ. Ολάντ στη Λεπέν εκτός από διάφορες ανθρωπιστικές γενικολογίες που τον κουράζουν και τον ίδιο; Η Ευρώπη πρέπει να ξαναβρεί τον πολιτισμό της αν δεν θέλει να χάσει τον εαυτό της. Πρέπει να ανακαλύψει από την αρχή και τη δημοκρατία, και τον ανθρωπισμό της, όπλα που τα ακύρωσε η ίδια με τη μετατροπή τους σε ιδεολογήματα κενά περιεχομένου.
     Όσο για μας εδώ θα πρέπει να επανεφεύρουμε την ίδια την πολιτική. Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά, την αντίθεση «μνημόνιο - αντιμνημόνιο» που βόλεψε τις συνειδήσεις τα τελευταία χρόνια πρέπει να την μεταφράσουμε σε λέξεις που αποδίδουν την πραγματική της σημασία. Στις δυνάμεις που είναι ευρωπαϊκές, και στις ευρωσκεπτικιστικές. Οι πρώτες, Ν.Δ., Ελιά, Ποτάμι, οφείλουν να μην αρκεστούν σε όρκους πίστης. Πρέπει να μας πουν πώς βλέπουν την Ευρώπη και ποια Ευρώπη θέλουν. Οι δεύτερες καλά θα κάνουν να μην κρύβονται πίσω από τις παλιές διχοτομίες δεξιάς και αριστεράς για να παίρνουν τα πιστοποιητικά νομιμότητας. Η συνάντηση Γκρίλο και Φάραντζ έδειξε προς τα πού οδηγεί ο δρόμος του ευρωσκεπτικισμού. Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ αν θέλει να ξεπεράσει το όριο της wannabe πλειοψηφίας θα πρέπει να αποφασίσει σε ποια από τις δύο ομάδες ανήκει.

Υ.Γ.: Πολύ ενδιαφέρον κείμενο για τη μετεκλογική κατάσταση, όπως πάντα, από τον Τάκη Θεοδωρόπουλο. Αξίζει να διαβαστεί...


Ένα όργανον, ο «Αγών» και το σκοτειναυγίτικο παρόν

του Παντελή Μπουκάλα, εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1-6-2014

 
     Πάει καιρός. Σφηνωμένος ανάμεσα στις στοίβες του ισόγειου παλαιοβιβλιοπωλείου, κάπου στην Ιπποκράτους, στα Εξάρχεια, και αφού είχα πρώτα μελετήσει τον ηλεκτρονικό κατάλογο των βιβλίων, αναζητούσα θησαυρούς: ξεχασμένες συλλογές δημοτικών τραγουδιών και «άσημα» λαογραφικά μελετήματα. Παλιά μανία, γόνιμη· διαμαντάκια βρίσκεις και στην πιο ταπεινή, απόκεντρη έκδοση. Κάποια στιγμή είδα με την άκρη του ματιού μου να σταματάει έξω μια μοτοσικλέτα της αστυνομίας. Ο οδηγός, ένστολος και ένοπλος, με όλα τα επιβλητικά αξεσουάρ, τη βόλεψε στο πεζοδρόμιο και μπήκε στο βιβλιοπωλείο. Του πήρε τρία λεπτά ώσπου να αποφασίσει να βγάλει το κράνος και να φανερώσει ένα παιδικό πρόσωπο. Σχεδόν αμούστακος και μάλλον ανώριμος, αν κρίνω από το γεγονός ότι άφησε τη μηχανή του αναμμένη, πρόσφορη σε κάθε πλακατζή της περιοχής, που θα μπορούσε απλώς να τη μετακινήσει πέντε στενά και να τρέχουν έπειτα όλες οι ειδικές δυνάμεις για να βρουν τον άθλιο απαγωγέα. Έδειχνε σαν να κάνει κάτι, αν όχι παράνομο, πάντως ασυνήθιστο γι’ αυτόν.
     Έριξε μια εξεταστική ματιά (η πελατεία ήμουν εγώ, ουδείς άλλος), κι ύστερα με πολύ χαμηλή φωνή και μάλλον για ξεκάρφωμα ρώτησε τον καταστηματάρχη αν έχει το καινούργιο βιβλίο τής τάδε – ένα από τα άνευ τίτλου μπεστ σέλερ του καλοκαιριού που δεν τα βρίσκει το φθινόπωρο. «Αρνητικόν» τού απάντησε ο βιβλιοπώλης, γνώστης φαίνεται της υπηρεσιακής αργκό. Ο νεαρός πήγε να φύγει, ξαναγύρισε, ξανάφυγε, η μηχανή πάντοτε αναμμένη, έκθετη, τέλος, σαν να το θυμήθηκε μόλις εκείνη τη στιγμή, το τόλμησε: «Μήπως έχετε... ένα βιβλίο... τον Αγών μου;». Κι όσο κόμπιαζε, για να επαναλάβει έτσι συγχυσμένα αυτό που κάπου το άκουσε ή κάποιος ξεσκολισμένος τού το συνέστησε, έριχνε γύρω του –στο κενό ή ίσως στο άφαντο είδωλο του εαυτού του– βλέμματα βλοσυρής καχυποψίας, αντιγραμμένα από τα σίριαλ της τηλεόρασης ή από τις πόζες των μεγαλύτερων συναδέλφων του. Δεν κατονόμασε τον «συγγραφέα», ίσως το «Χίτλερ» έπεφτε βαρύ ακόμα και σ’ αυτόν. Βρήκε πράγματι το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του, σε παλιά έκδοση. Ζήτησε με νοήματα να του το τυλίξουν, το έκρυψε στη σακούλα, έκρυψε και τη σακούλα σε εσωτερική τσέπη και έφυγε. Σαν ένοχος. Αλλά και σαν να είχε κάνει κάποιο μεγάλο άλμα στη ζωή του.
     Θυμήθηκα βλέποντάς τον τα δεκαοχτάχρονα φανταράκια, έτος 1982, που επέστρεφαν στο στρατόπεδο του Μεσολογγίου μετά την έξοδό τους, γλυκοζαλισμένα από το ωραίο ούζο Τρικενέ. Τα μισά, μουσουλμανάκια από την Κομοτηνή –ένας παντελώς άγνωστος κόσμος για μας τους νότιους, και πλήρως περιφρονημένος από το στρατιωτικό τυπικό–, ίσως πρωτοδοκίμαζαν αλκοόλ, όπως δοκίμαζαν για πρώτη και πιθανόν τελευταία φορά την κάτω Ελλάδα· και την έβρισκαν πικρή. Κατά το φανταρίστικο έθιμο, χωμένη μέσα από τον ζωστήρα έκρυβαν μια γυαλιστερή τσόντα, για να μην τη βρει και την κατακρατήσει κάποιος φιλαναγνώστης φρουρός. Τους κάναμε στα πεταχτά μια καφεΐνη για να συνέλθουν (εκεί έμαθα να μη φοβάμαι τις ενέσεις, όχι στην Οδοντιατρική) και γράφαμε τα αρχικά του ιδιοκτήτη πάνω σε κάθε «λεύκωμα», ώστε να του το επιστρέψουμε μόλις ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα του.
     Ο βιβλιοπώλης μας, για να γυρίσουμε στα Εξάρχεια, συνηθισμένος φαίνεται, δεν παραξενεύτηκε από το αίτημα του ένστολου. Εγώ διαολίστηκα. Πειράχτηκα απολύτως προσωπικά. Ένιωσα σχεδόν συνένοχος. Μου πέρασαν από το μυαλό όλες αυτές οι αυτόματες χαζές σκέψεις: «Ε ρε και να ’ξερα καράτε, να σου τραβήξω το αυτί και να σε κανονίσω έπειτα, αν πας να μου παραστήσεις τον καμπόσο». Αλλά κατάπια τον θυμό μου. Και δεν είπα τίποτα – επιτιμητικό, αποτρεπτικό, συμβουλευτικό ή ό,τι άλλο μεγαλίστικο. Έκανα σαν να μην άκουσα, σαν να μην είδα. Επνιξα γρήγορα και την κουτή ιδέα να σημειώσω τον αριθμό της μοτοσικλέτας, Ε.Α.... Για να απευθυνθώ πού; Και να κάνω τι; Να καταδώσω τη «φιλομάθεια» και τη «φιλαναγνωσία» ενός μεταπιτσιρικά; Να τον καρφώσω σε κάποιον ανώτερό του, που καθόλου παράξενο δεν θα ήταν αν αποδεικνυόταν πνευματικός πατέρας τού νεαρού και βιβλιοοδηγός του ή αναγνωστικός συνοδοιπόρος του; Πατέρας του πάντως, ένα μικρό μικρό κομμάτι του (αποτυχημένου) συλλογικού πατέρα που έχει κάθε παιδί όσο ενηλικιώνεται, ένιωσα κι εγώ εκείνες τις λίγες στιγμές.
     Γιατί δεν μπορεί. Κάτι κάναμε στραβά για να φτάνει ένα σχεδόν παιδί να θέλει τόσο παθιασμένα να διαβάσει τον δηλητηριώδη «Αγώνα» του αρχιναζί. Κι όχι βέβαια από φιλολογική περιέργεια αλλά –αυτό αποκάλυπτε η «έκτακτη συγκίνησή» του– για να βουλιάξει επιτέλους στις σελίδες του «ευαγγελίου» του και να τις μάθει απέξω κι ανακατωτά. Κάτι λάθος κάναμε, σαν σκιώδης συλλογικός γονιός επαναλαμβάνω: οικογένεια συν σχολείο συν εκκλησία συν στρατός συν καφενείο συν γήπεδο συν παρέα συν... Ίσως δεν δώσαμε σημασία, επειδή βλέπαμε ματς, όταν τα παιδιά μάς πρωτοείπαν ότι στο γυμνάσιο κάτι τσαμπουκάδες την πέφτουν ακόμα και σε καθηγητές, αν δεν πουν τη «σωστή» εκδοχή για την ιστορία μας, τη γλώσσα κτλ. Ούτε όταν μας είπαν ότι έγινε μόδα το τατουάζ της σβάστικας. Ούτε όταν μάς πληροφόρησαν ότι στα παιχνίδια της Εθνικής θα βρεθείς δαρμένος αν δεν φωνάξεις «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ», αφού κανένας μεγάλος δεν διαμαρτύρεται.
     Με τους μεγάλους λοιπόν, με τους εν φιλοτυραννία γηράσαντες και εξ αντιδημοκρατισμού χρονίως ασθενούντες, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ούτε με τους ανίατα φιλοχουντικούς βετεράνους αξιωματικούς του στρατού και της αστυνομίας, που συνωστίστηκαν στα ψηφοδέλτια της Χ.Α., ονειρευόμενοι τη Μέγιστη Ελλάδα των εφτά θαλασσών και των πέντε ηπείρων. Ούτε με τους βαμμένους αντιδημοκράτες, που εφαρμόζουν τον φασισμό στη μορφή της απόλυτης εγωπάθειας («ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;») και της συνακόλουθης απόλυτης ελληνοπάθειας («ξέρεις ποιοι είμαστε εμείς ρε;»). Ούτε με τους αγυρτόμαγκες που πρώτα εκμεταλλεύονται τη φτηνή εργασία των μεταναστών, έπειτα τους καταδίδουν στην αστυνομία, από πατριωτικό καθήκον βέβαια κι όχι για να γλιτώσουν τα χρωστούμενα, και στο τέλος χαχανίζουν ψηφίζοντας Χ.Α., γιατί «αμάν πια με τους λαθραίους που μας κλέβουν τις δουλειές και θα κάνουν την Ελλάδα μας ισλαμική». Με όλους αυτούς το παιχνίδι είναι χαμένο. Ήταν πάντοτε χαμένο. Γιατί ένα 10% (τουλάχιστον) φασίστες και φιλοφασίστες κάθε μορφής το είχαμε πάντοτε. Κι ας καμαρώνουμε μαζί με την επαγγελματικά δημοκοπική πολιτική ηγεσία μας πως είμαστε εξοπλισμένοι με «δημοκρατικά και αντιρατσιστικά γονίδια».

Οι αποτελεσματικοί μύθοι του Εθνικού Μετώπου



του Ντανιέλ Βερνέ, πρ. διευθυντή σύνταξης της εφημερίδας «Le Monde»
εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1/6/2014

     Παρότι προαναγγελθείσα, η επιτυχία του Εθνικού Μετώπου (FN) της Μαρίν Λεπέν στις ευρωεκλογές συντάραξε το πολιτικό σκηνικό της Γαλλίας. Πρόκειται για την πρώτη φορά που το ακροδεξιό κόμμα έρχεται πρώτο σε εθνική εκλογική αναμέτρηση, αφήνοντας πέντε μονάδες πίσω την αξιωματική αντιπολίτευση (24,85% έναντι 20,8% για το UMP), για να μη μιλήσουμε για το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα (13,98%)... Η επιτυχία του FN την Κυριακή θυμίζει το σοκ της 21ης Απριλίου 2002, όταν ο πατέρας της Μαρίν Λεπέν και ιδρυτής του Εθνικού Μετώπου, Ζαν-Μαρί, προκρινόταν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, εις βάρος του Σοσιαλιστή υποψηφίου, Λιονέλ Ζοσπέν. Παρότι ο υποψήφιος της Δεξιάς, Ζακ Σιράκ, είχε επικρατήσει εύκολα στον δεύτερο γύρο, η «21η Απριλίου» συνεχίζει να στοιχειώνει τη γαλλική πολιτική σκηνή.
     Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να υπογραμμίσουμε ότι η καλή εμφάνιση του FN είναι σχετική. Η ψήφος δεν υπήρξε εντελώς αντιπροσωπευτική, καθώς η συμμετοχή ήταν κάτω του 50% των εγγεγραμμένων. Οι υποψήφιοι του Μετώπου έλαβαν τέσσερα εκατομμύρια ψήφους, ενώ τη Μαρίν Λεπέν είχαν επιλέξει έξι εκατομμύρια Γάλλοι στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2012. Οι αναλυτές επισημαίνουν, στο μεταξύ, την ιδιαιτερότητα που εμφανίζει κάθε ευρωπαϊκή εκλογική αναμέτρηση. Οι μόνες εκλογές με απλή αναλογική στη Γαλλία, οι ευρωεκλογές αποτελούν ιδανικό όχημα διαμαρτυρίας και εκτόνωσης για τους αγανακτισμένους ψηφοφόρους, που συνειδητοποιούν ότι το αποτέλεσμα της κάλπης δεν θα κρίνει την εξουσία. Αντίθετα με όσα υποστηρίζει η κ. Λεπέν, το FN δεν έγινε «το πρώτο κόμμα» στη Γαλλία. Σε ό,τι αφορά τους βουλευτές, τα μέλη της τοπικής αυτοδιοίκησης και τα μέλη, το FN βρίσκεται πολύ πίσω σε σχέση με το UMP και τους Σοσιαλιστές.
     Αν και τα παραπάνω επιχειρήματα πρέπει να ακουστούν, η σταθερή ενίσχυση της δημοτικότητας του FN μετά τη διαδοχή στην ηγεσία του, είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Η επιχείρηση «αποδαιμονοποίησης», που εγκαινιάσθηκε μετά τη μερική συνταξιοδότηση του Ζαν-Μαρί Λεπέν –εκπροσώπου της παλιάς φρουράς της ξενόφοβης, ρατσιστικής, αντισημιτικής γαλλικής ακροδεξιάς, κληρονόμου του δωσιλογικού καθεστώτος του Πετέν– πέτυχε. Οι ιδέες του Εθνικού Μετώπου έχουν εξαπλωθεί σε όλα τα πληθυσμιακά στρώματα. Πριν από μερικά χρόνια, μία ψήφος για το FN θεωρείτο ντροπή. Σήμερα, η ψήφος στο Μέτωπο θεωρείται ψήφος οργής και διεκδίκησης. Στις ευρωεκλογές, το ένα τρίο των νέων επέλεξε τους υποψηφίους της Μαρίν Λεπέν. Το ποσοστό αυτό φθάνει το 43% μεταξύ των εργατών, συμπεριλαμβανομένων και των εγγεγραμμένων σε αριστερά συνδικάτα. Μεταξύ των ανέργων, 37% ψήφισαν FN. Το Εθνικό Μέτωπο πέτυχε έτσι να ριζώσει σε όλη τη Γαλλία, ξεφεύγοντας από τον εκλογικό αποκλεισμό του παρελθόντος, που περιόριζε τις ψήφους του κόμματος σε λίγες κοινότητες της Νοτιοανατολικής και της Βόρειας Γαλλίας.
     Η επιλογή του FN δεν αποτελεί πια μόνο ψήφο διαμαρτυρίας, αλλά ψήφο συσπείρωσης στο ιδεολογικά «εκσυγχρονισμένο» από την κ. Λεπέν, Μέτωπο. Ο αγώνας κατά της μετανάστευσης διατηρεί την παραδοσιακή, σημαντική του θέση, αν και η νέα πρόεδρος προσπάθησε να απαλλάξει το κόμμα από τις ξενόφοβες εμμονές του. Η ενίσχυση της «εθνικής προτίμησης» και της «προστασίας» των Γάλλων –γηγενών ή πολιτογραφημένων– αποτελούν δεσμεύσεις του Μετώπου. Η έξοδος από το ευρώ, η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο «έξυπνος» προστατευτισμός της Μαρίν Λεπέν, η κατάργηση της Συνθήκης του Σένγκεν και η επαναφορά των συνόρων, διατηρούν τις θέσεις τους στην πολιτική φαρέτρα του FN.
     Η πρόεδρος του κόμματος προσέθεσε, όμως, στις παραπάνω παραδοσιακές θέσεις της μία νέα οικονομική και κοινωνική θεώρηση, την οποία δανείστηκε από την Αριστερά: αύξηση μισθών, κοινωνική προστασία, καταπολέμηση της ανεργίας, βιομηχανικός βολονταρισμός, ανταγωνιστική υποτίμηση... Ο εθνο-λαϊκισμός αυτός έχει απήχηση στα πιο αδικημένα στρώματα, που έχουν πληγεί κατ’ εξοχήν από την κρίση και νιώθουν θύματα της παγκοσμιοποίησης και των ελίτ. Οι απόμαχοι αυτοί της σύγχρονης οικονομίας δεν εμπιστεύονται τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου στην Αριστερά, αλλά ούτε και στη μετριοπαθή Δεξιά, που εναλλάσσονται τα τελευταία χρόνια στην εξουσία. Όλα αυτά οδηγούν πολλούς ψηφοφόρους στο ερώτημα: «Γιατί να μη δοκιμάσουμε κάποιον καινούργιο, που δεν κυβέρνησε ποτέ μέχρι σήμερα;».
     Η γαλλική πολιτική περιστρέφεται γύρω από τις προεδρικές εκλογές. Παρότι η θητεία του Φρανσουά Ολάντ λήγει το 2017, το ενδιαφέρον έχει ήδη εστιαστεί γύρω από την αναμέτρηση αυτή. Ο σημερινός πρόεδρος –και το Σοσιαλιστικό Κόμμα– είναι λιγότερο δημοφιλής από κάθε άλλο προκάτοχό του. Το μετριοπαθές δεξιό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντιμετωπίζει το φάσμα του διχασμού λόγω προσωπικών διαφορών, παραμένοντας έρμαιο οικονομικών σκανδάλων, ικανών να αμαυρώσουν τη φήμη του Νικολά Σαρκοζί. Ένα –και μόνο– ερώτημα απειλεί να κυριαρχήσει στη γαλλική πολιτική σκηνή για τα επόμενα τρία χρόνια: Ποιος θα είναι ο αντίπαλος της Μαρίν Λεπέν;

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014



Ένας άγιος μιλάει για το κάπνισμα!

 Ηλία Βουλγαράκη, «Στιγμιότυπα από την εποχή των πατέρων»




     «Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγείαν». Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι διαφημίσεις των τσιγάρων θα ήταν υποχρεωμένες να αναγράφουν την παραπάνω έντονη υπόμνηση!
     Η ζωή όμως μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Μέχρι χθες ο δικτάτορας καπνός ήταν ο ισχυρότερος δυνάστης σε όλη την οικουμένη. Σήμερα, κατά περίεργη σύμπτωση, γενικότερη διαμφισβήτηση των απολυταρχιών συμπίπτει με την ολοένα και αυξανόμενη εξέγερση κατά της τυραννίας του τσιγάρου.
     Η εξέγερση αυτή είχε τους προδρόμους της. Δεν πρέπει να μας ξαφνιάσει αν πληροφορηθούμε, ότι ένας άγιος της Εκκλησίας μας, εδώ και 200 χρόνια ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης έγραψε εναντίον του καπνίσματος. Μερικά αποσπάσματα είναι χαρακτηριστικά.
     Γράφει: «Εδώ σε υπομιμνήσκω, ώ αναγνώστα και την κακήν χρήσιν, την οποία κάμνουσιν σήμερον, όχι μόνον λαϊκοί, αλλά και ιερωμένοι, εις το χόρτο το καλούμενον Νικοτιανήν, το οποίον ευρεθέν εις μίαν επαρχίαν της Β. Αμερικής καλουμένην Ανθέαν, και προσφερθέν υπό του πρέσβεως του Πορτογάλου, ως εν θαύμα του νέου κόσμου, προς την Αικατερίνην, βασίλισσαν της Γαλλίας, ωνομάσθη εξ αυτής δια τούτου του υψηλού τίτλου, «χόρτον βασιλικόν». Έστι δε τούτο, ο κοινώς παρά πάντων λεγόμενος καπνός».
     Οι λόγοι που προβάλλει ο άγιος Νικόδημος κατά της χρήσεως είναι τρείς: «Α΄ διότι αύτη η μεταχείρισις είναι εναντία εις την χρηστοήθειαν…., Β΄ διότι αυτή είναι ανοίκειος εις το υψηλόν χαρακτήρα της ιερωσύνης…και Γ΄ διότι είναι εναντίον εις την υγείαν του σώματος».
     Αφού καταφέρεται εναντίον της τότε συνηθείας να εισφοράται ο ταμπάκος με τη μύτη και να αποβάλλεται με αλλεπάλληλα άκοσμα φταρνίσματα, συνεχίζει: «Το φρικωδέστερον όμως θέαμα, είναι να βάλλη τις εις το στόμα του, το στόμιον τετορνευμένου τινός και βρωμερού κέρατος ή καλαμίου και εξ εκείνου του λαυρώδους και κεκαπνισμένου ξύλου να καταρροφά την ταρταρώδην αναθυμίασιν του καπνού δια του λάρυγγος του, εξατμίζων αυτήν, να εκβάλλη ως καμίνου καιομένης, καπνόν εκ του στόματος και των μυκτήρων….».
     Και παρακάτω: «….η κακή και υπερβολική μεταχείρισις του καπνού, είναι εναντία εις αυτήν ακόμη την υγείαν του σώματος διότι πολλοί τούτον συχνώς μεταχειριζόμενοι, ευρέθησαν μετά θάνατον, έχοντες τα σπλάχνα κεκαηυμένα και τον εγκέφαλον εξηραμμένον και κεκαπνισμένον… όθεν δεν είναι τις σχεδόν, εξ όσων μεταχειριζονται συνεχώς το χόρτον τούτο, να μη ομολογή, ότι η χρήσις αυτού είναι περισσότερον μία κακία, παρά χρεία, και να μη καταδικάζη δια τούτο τον εαυτό του. Αλλά και οι ηθικοί φιλόσοφοι όλοι κοινώς κατηγορούσι την συνεχή και έμπροσθεν εις τους άλλους μεταχείρισιν του καπνού ως χυδαίαν και άγροικον».





Το «σύνδρομο της Ντόρας»

του Φ. Κρανιδιώτη, εφημ. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, 4/5/2014




     Μην ψάχνετε μάταια κάποιον λίβελο κατά της κυρίας Μπακογιάννη στις επόμενες γραμμές λόγω του τίτλου. Άλλα θα πω. Πολιτικά πάντα. Παρά τις πολιτικές διαφορές, δεν θα ξεχάσω το τηλεφώνημα αλληλεγγύης εκ μέρους της, όταν πριν από κάποιες εβδομάδες οι «επαναστάτες» πήγαν να βάλουν μπουρλότο στο γραφείο μου, με μένα μέσα. Και πάντα στο αρβανίτικο κεφάλι μου σημειώνω, ανεξίτηλα, τις παρουσίες και τις απουσίες στα δύσκολα.
     Το 2009 η Ντόρα είχε μαζί της σχεδόν το σύνολο των συγκροτημάτων, των βουλευτών, των δημάρχων, των κομματικών οργανώσεων. Οι δημοσκοπήσεις που έβγαιναν απεικόνιζαν υπέρ της μια εικονική πραγματικότητα· και την αποκαλώ εικονική, διότι το αληθινό εκλογικό σώμα τις κουρέλιασε στην κάλπη. Εχασε. Η ίδια κι οι συνεργάτες της δεν έπιασαν τον παλμό στην κοινωνία και παγιδεύτηκαν στην ίδια τους την προπαγάνδα για σαρωτική διαφορά υπέρ της, για έναν περίπατο που δεν έγινε. Αυτοί δε που έφτιαχναν μια δημοσκοπική φαντασιακή συμπεριφορά ενός φαντασιακού κοινωνικού σώματος δεν της προσέφεραν καλή υπηρεσία. Αυτά είναι πλέον Ιστορία.
     Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι και έπειτα από περιπετειώδεις εξελίξεις -«φύγε εσύ, έλα εσύ»- βρεθήκαμε όλοι ή μάλλον σχεδόν όλοι στο ίδιο στρατόπεδο. Το χρήσιμο όμως για άπαντες συμπέρασμα από το σύνδρομο του εγκλωβισμού σε μια εικονική κι ευχάριστη πραγματικότητα είναι απλό: Μπορεί να σε επαινούν τα καθεστωτικά ΜΜΕ, τα ίδια που για χρόνια σε λοιδορούσαν κι έκαναν σουρωτήρι την πλάτη σου από τις μαχαιριές. Μπορεί να στοιχίζονται πίσω σου οι τράπεζες, οι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι εκδότες, οι «βαριοί» αναλυτές και οι ξένοι, που πριν ήταν καχύποπτοι ή και εχθρικοί. Το πρόβλημα είναι ότι οι ξένοι δεν ψηφίζουν στην Ελλάδα κι ελάχιστα επηρεάζουν την ψήφο του Γιάννη, της Μαρίας και του μπαρμπα-Γιώργου ή της κυρα-Λένης. Όπως λένε κι οι Γιάνκηδες, «all politics are local politics». Οι δε εκδότες, ο Πρετεντέρης, ο Παπαχελάς, ο ευφυώς και διασκεδαστικά δηλητηριώδης Κασιμάτης, κι όλο το λεγόμενο μιντιακό και οικονομικό «σύστημα», κι αυτοί από μια ψήφο έχουν. Ίδια κι απαράλλακτη, ισοβαρή με αυτή ενός απελπισμένου ανέργου, ενός θυμωμένου στρατιωτικού, ενός αφανισμένου μικρομεσαίου, του τελευταίου βοσκού στην Πίνδο ή ενός ψαρά στα Κουφονήσια. Κι όλοι μαζί οι μεγαλόσχημοι «συστημικοί» άντε να γεμίζουν δέκα λεωφορεία. Το μέγα πλήθος είναι ανώνυμο, στους δρόμους, σε σπίτια με προβλήματα, στους εργασιακούς χώρους κι ένα μεγάλο μέρος του, δυστυχώς, στην ανεργία. 
     Κι οι δημοσκοπήσεις, ειδικά στους περίεργους κι άγριους καιρούς μας, είναι αμφίβολο εάν και κατά πόσον απεικονίζουν ή μπορούν να απεικονίσουν την πραγματική βούληση των πολιτών και αν επίσης μπορούν να είναι ο μπούσουλας για τους σχεδιασμούς σου ή έστω την αξιόπιστη αντίληψη της πραγματικότητας. Εδώ δεν μπορούσαν το 2009, θα μπορούν τώρα, ύστερα από όσα έγιναν και την κρίση αξιοπιστίας όλου του συστήματος;
     Ο λόγος, απλός. Έλεγε σε πολύ σοβαρό φίλο από τον δημοσιογραφικό χώρο ένας προβληματισμένος κι ολίγον απελπισμένος μεγαλοδημοσκόπος ότι για να κάνουν μια έρευνα σε δείγμα 1.000 ατόμων παίρνουν 20.000 τηλέφωνα! Ο κόσμος, όταν δεν τους βρίζει και δεν το κλείνει, στη συντριπτική πλειονότητά του απλώς δεν απαντάει, κρατάει κλειστά τα χαρτιά του. Έτσι, κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά πιστεύουν οι πολίτες για τα τεκταινόμενα, πόσοι από αυτούς θα πάνε στην κάλπη και τι θα ψηφίσουν. Κι όπως όλοι γνωρίζουμε, ο πολίτης στο παραβάν είναι μόνος.
     Γι’ αυτή τη ρευστή κι απροσδιόριστη κατάσταση δεν μπορεί να χαίρεται κανείς, ούτε η αντιπολίτευση, γιατί το καπέλο μπορεί να βγάλει λαγό, αλλά μπορεί να βγάλει και λυσσασμένη γάτα με νύχια για οποιονδήποτε.
     Η έξοδος στις αγορές, το πλεόνασμα, το κοινωνικό μέρισμα, έστω και με κάποιους ατυχείς γραφειοκρατικούς ή επικοινωνιακούς χειρισμούς, είναι καλά νέα. Πρέπει να είσαι καρμίρης ή από αυτούς τους ανυπόληπτους και βαρεμένους, που εύχονται την καταστροφή, για να μην αναγνωρίσεις ότι, έστω με λάθη, αδικίες, γίνεται κάτι της προκοπής.
     Το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό και σε πόσο χρόνο ό,τι θετικό έγινε θα περάσει στην κοινωνία, αλλάζοντας την ψυχολογία της. Εξίσου κρίσιμο είναι να γίνει αισθητή μια βελτίωση στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, διότι οι έπαινοι των Ευρωπαίων σηματοδοτούν αλλαγή κλίματος κι ανάκτηση αξιοπιστίας της χώρας, αλλά δεν αγοράζουν ούτε μισό κιλό κρέας.  
     Χρειάζονται «ανιχνευτές» της κατάστασης και της βούλησης της αληθινής κοινωνίας και η οικοδόμηση μιας πολιτικής στρατηγικής, που δεν θα βασίζεται στη φενάκη της προπαγάνδας ή στα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη από αυτούς οι οποίοι ως χθες ήταν μέρος του προβλήματος κι έχουν μια όλο και απομειούμενη αξιοπιστία. Διότι, ξαναλέω, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε όποιον κατέχει εξουσία ή σε όποιον φιλοδοξεί να την κατακτήσει με τη λαϊκή ψήφο είναι να παγιδευτεί στην ίδια του την προπαγάνδα. Η κοινωνία θα σε προσπεράσει κι η πραγματικότητα θα σε εκδικηθεί, όχι μόνο πίσω από το παραβάν των εκλογικών τμημάτων.

Υ.Γ.: Εύστοχες οι παρατηρήσεις του Φ.Κ., ιδιαίτερα στο σημείο που αφορούν τις δημοσκοπήσεις. Αν κρίνουμε και από την απόδοση των δημοσκοπικών ευρημάτων των χθεσινών εκλογών, φοβάμαι ότι έχει απόλυτο δίκιο...