Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΙΤΗ...ΕΥΚΑΙΡΙΑ 2009. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΙΤΗ...ΕΥΚΑΙΡΙΑ 2009. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

«Όλα είναι θέμα παιδείας…»

Έχουμε συνηθίσει να λέμε πως «όλα είναι θέμα παιδείας». Από το πώς θα σταθούμε, μέχρι το πώς θα μιλήσουμε, πώς θα συμπεριφερθούμε στον εαυτό μας και στους άλλους…
Γι’ αυτό ίσως και οι τρόποι με τους οποίους συμπεριφέρεται κάθε λαός, αντανακλούν και την παιδεία που έχει επιλέξει.
Κάποιοι ενδέχεται να θεωρήσουν ως παιδεία την εκπαίδευση που προσφέρει η πολιτεία στους νέους ανθρώπους και η οποία ξεκινά από το Νηπιαγωγείο και ολοκληρώνεται στο Πανεπιστήμιο. Οπωσδήποτε η εκπαίδευση είναι ένας βασικός πυλώνας της παιδείας, αλλά όχι κι ο μοναδικός. Υπάρχουν κι άλλοι που ίσως παραβλέπουμε: Η πολιτεία, οι πνευματικοί άνθρωποι, οι καλλιτέχνες, αλλά και ο βασικότερος, η οικογένεια (στην Ελλάδα και η θρησκευτική πίστη). Εσχάτως στους πυλώνες που προσφέρουν παιδεία θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και τα Μ.Μ.Ε. όσο κι αν αυτό ενοχλεί ορισμένους!
Για να μπορούμε δηλαδή να πούμε πως ένας άνθρωπος, ένας πολίτης, έλαβε παιδεία, θα πρέπει να έχει στηριχθεί σε όλους τους πυλώνες που επισημάναμε πριν και όχι μόνο στην εκπαίδευση.
Γιατί όμως αποτελεί κοινό τόπο πως σε αυτή τη χώρα απουσιάζει η παιδεία από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού; Φταίει μόνο η εκπαίδευση που λαμβάνουμε στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο;
Τα παραδείγματα από τη γενικότερη έλλειψη παιδείας που μας χαρακτηρίζει, είναι αμέτρητα: από το παιδί που πηγαίνει στο σχολείο και βρίζει σκαιότατα μπροστά στον δάσκαλο ή τον καθηγητή του ατιμωρητί, έως τον φοιτητή που ζώνεται τα άρματα του «αγώνα» και με πρώτη ευκαιρία καταλαμβάνει αναίτια το πανεπιστήμιό του, έως τον επαγγελματία που συμπεριφέρεται αγενέστατα στον πελάτη, τον δημόσιο υπάλληλο που αντιμετωπίζει τον συνάνθρωπό του σαν σκουπίδι, τον κληρικό που βλέπει τον πιστό ως παχιά αγελάδα που θα τρέφει διηνεκώς τις μωροφιλοδοξίες του, τον πολιτικό που θεωρεί τον λαό υποτελή του και ο κατάλογος δεν λέει να σταματήσει…

Για όλα φταίνε οι άλλοι…
Κατ’ έθιμον εδώ στην Ελλάδα, έχουμε το συνήθειο να φορτώνουμε στους άλλους αμαρτίες δικές μας, απαλλάσσοντας πάντοτε τον εαυτό μας από κάθε ευθύνη. Οι γονείς αποδίδουν τις ευθύνες στους δασκάλους («Μα, δεν μαθαίνουν επιτέλους τρόπους στα παιδιά μας τα σημερινά σχολεία;»). Το ίδιο φυσικά κάνουν και οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων («Τι περιμένεις; Έρχονται τα κακομαθημένα στο σχολείο και οι γονείς περιμένουν να γίνει το θαύμα και να μεταμορφωθούν σε αγγελάκια…»). Για τους πνευματικούς ανθρώπους και τους καλλιτέχνες, ούτε λόγος: αυτοί κοιμούνται μακαρίως τον ύπνο του δικαίου (;). Στον ίδιο ρόλο περιορίζεται και η πλειοψηφία του κλήρου: αποδοκιμάζει από άμβωνος (ex cathedra) τον σημερινό τρόπο ζωής και συμπεριφοράς των νεοελλήνων, διεκτραγωδώντας απλά την κατάσταση. Το ίδιο αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό ισχύει και για τα Μ.Μ.Ε. και ιδιαίτερα για την τηλεόραση: κι αυτή με τη σειρά της κατακεραυνώνει όλους τους προηγούμενους, αφαιρώντας το δικό της μερίδιο ευθύνης για την όλη κατάσταση.
Οικογένεια
Η οικογένεια, για να ασχοληθούμε με τον βασικότερο πυλώνα όπως τον χαρακτηρίσαμε της παιδείας, πάσχει εδώ και καιρό. Πάνω από τις μισές πλέον βρίσκονται μπροστά στο φάσμα του χωρισμού ή έστω της απλής συγκατοίκησης χωρίς τίποτα να δένει το ζευγάρι. Τα παιδιά έχουν καταντήσει «εμπόδια» στην καριέρα (ιδίως των γυναικών) και γι’ αυτόν τον λόγο συνήθως «παρκάρονται» σε πρόθυμους παππούδες και γιαγιάδες ή νταντάδες από την αλλοδαπήν! Τι παιδεία λοιπόν να διδάξει η σύγχρονη οικογένεια στα νέα μέλη της;

Εκπαίδευση
Το ίδιο συμβαίνει και στην εκπαίδευση. Δάσκαλοι δίχως οράματα, με τον νου στο χρήμα (αλήθεια, οι παλιότεροι εκπαιδευτικοί έπαιρναν μεγαλύτερους μισθούς;) και στο πότε θα δραπετεύσουν από τον ασφυκτικό χώρο της τάξης που έχει πια μετεξελιχθεί σε μαρτύριο! Το κάπνισμα από τους μαθητές απαγορεύεται μεν, δεν τιμωρείται δε (οποία ασυμφωνία!), ενώ οι βαθμοί ρέουν αφειδώς ακόμα και σε πνευματικά υπολοιπόμενα παιδιά! Όποιος «τολμήσει» να πλησιάσει την αντικειμενική κρίση στους βαθμούς που σκέπτεται να βάλει, θα κληθεί στο γραφείο του Διευθυντή να νουθετηθεί, κι αν επιμένει πολύ θα ξεκινήσει η πίεση μέσω των υπολοίπων συναδέλφων, μέσω των γνωστών και φίλων, μέσω υψηλά ισταμένων προσώπων που ίσως να κατέχουν ακόμα και βουλευτικό αξίωμα! Οι μαθητές μπορούν να απουσιάζουν όποτε επιθυμούν και όσο επιθυμούν: το όριο είναι μεν 50 δικαιολογημένες συν 50 αδικαιολόγητες (αυτές ποτέ δεν τις κατάλαβα: είναι σαν να λέμε στα παιδιά να κάνουν κοπάνες από το σχολείο, αλλά όχι πολλές), αλλά ο νομοθέτης προσθέτει και μια σειρά άλλων ευεργετημάτων για τους «κοπανατζήδες» που τους επιτρέπει να λείπουν για διπλάσιο σχεδόν χρόνο απ’ όσον δικαιολογεί επίσημα! Εν τω μεταξύ, η αυθάδεια και η απρέπεια θεωρούνται πλέον «μαγκιά» στα σχολεία, τόσο, που οι καθηγητές την έχουν συνηθίσει πλέον και δεν την τιμωρούν! Για να τιμωρηθεί ένας μαθητής σήμερα, θα πρέπει να το θέλει ο ίδιος, αφού πάντοτε θα έχει υποστηρικτές τους γονείς και μια ομάδα «προοδευτικών» καθηγητών, που θα του χαϊδεύουν τα αυτάκια του διαρκώς…

«Καθηγητής» Χριστινάκης…
Κι αφού ο νέος θα φύγει από την οικογένειά του και από το σχολείο απαίδευτος, θα πάει και στο «Πανεπιζήμιο» για να λάβει την «εξαιρετικού» επιπέδου μόρφωση από «διεθνούς φήμης» καθηγητές που έχουν λάβει την έδρα τους με τον πλέον «αξιοκρατικό» τρόπο…Για να καταλάβετε τι εννοώ, θα σας παρουσιάσω ένα μήνυμα που έλαβα από έναν φίλο της στήλης προχθές μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail): «Στο τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κοσμήτωρ είναι η Ελένη Χριστινάκη, καθηγητής ο Παναγιώτης Χριστινάκης. Από κει και πέρα παρακολουθήστε την πορεία της οικογένειας: Η κόρη Ειρήνη Χριστινάκη έλαβε διδακτορικό τον Αύγουστο του 2004 από τον πατέρα της Παναγιώτη Χριστινάκη, τότε Πρόεδρο του Τμήματος που ήταν επιβλέπων του διδακτορικού της, έχοντας αποτύχει στις προσπάθειές της για διδακτορικό στη Νομική Αθηνών και στη Νομική Θράκης. Σε λίγους μήνες εκλέγεται... κατ’ ευθείαν επίκουρη καθηγήτρια, παρακάμπτοντας τον νόμο που απαιτεί κάποια χρόνια διδασκαλίας σε ΑΕΙ μετά την απόκτηση του διδακτορικού. Χαρακτηρίστηκε διεθνούς κύρους επιστήμων (!!!) και, άκουσον-άκουσον, μέσα σε τρία χρόνια το 2008 σε ηλικία 35 ετών (!) γίνεται τακτική ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ(!!!), παρακάμπτοντας πάλι τον νόμο. Στη συνέχεια ο γαμπρός Χριστινάκη, Αθανάσιος Γλάρος και σύζυγος της Ειρήνης Χριστινάκη εκλέγεται επίκουρος καθηγητής στο ίδιο Τμήμα. Ο αδελφός του γαμπρού Χριστινάκη, Γεώργιος Γλάρος ετοιμάζεται και αυτός για άλλη θέση στο ίδιο Τμήμα. Η άλλη κόρη του Χριστινάκη, Όλγα Χριστινάκη, ετοιμάζεται και αυτή για τη Σχολή και πήρε θέμα διδακτορικού με επιβλέπουσα την αδελφή της, Ειρήνη Χριστινάκη. Ο άλλος γιος Χριστινάκη, Επαμεινώνδας Χριστινάκης, πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας, δάσκαλος στην Κύπρο, χωρίς πτυχίο Θεολογίας και χωρίς μεταπτυχιακό τίτλο που είναι απαραίτητος, γίνεται και αυτός υποψήφιος διδάκτωρ και στην επιβλέπουσα επιτροπή ορίζεται πάλι ο καθηγητής Χριστινάκης».
Αφού τελειώσαμε (;) με τα έργα και τις ημέρες της «δυναστείας» Χριστινάκη, ας επανέλθουμε στα της παιδείας: Ο νέος ολοκληρώνοντας (αν γίνει αυτό το θαύμα ποτέ λόγω των καταλήψεων…) τις σπουδές του παρά τω κυρίω Χριστινάκη ή όπως αλλιώς θα λέγεται ο λαμπρός μέντοράς του, βγαίνει πλέον στον στίβο της ζωής: Θα ψάξει για εργασία, αλλά θα του την παίρνουν τα «Χριστινάκια»…Θα προσπαθήσει να απευθυνθεί στην υπεύθυνη κυβέρνησή του, αλλά θα διαπιστώσει πως μόνο «κουμπάροι» χωράνε εκεί…Θα ρίξει μια ματιά στην «πνευματική» ηγεσία του τόπου, αλλά δεν θα τη βρει πουθενά…Θα καταφύγει στα Μ.Μ.Ε. και θα ντραπεί για το κατάντημά τους…Θα προστρέξει στην επίσημη Εκκλησία, αλλά θα βρει τους εκπροσώπους της να τρώγονται μεταξύ τους για το ποιος φοράει την πιο φανταχτερή και την πιο πλούσια στολή…
Από πού λοιπόν να λάβουν οι νέοι σήμερα παιδεία; Από τους ανύπαρκτους γονείς; Από τους «Χριστινάκηδες»; Από τους «κουμπάρους»; Από τους υπνώττοντες «πνευματικούς» ανθρώπους; Από τους «μιντιανθρώπους»; Από τους «Εφραίμ»; Από ποιους; Είναι τυχαία η συμπεριφορά που έχουν σήμερα οι νέοι; Είναι τυχαία η παιδεία που λαμβάνει η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της;

Ο ρόλος της οικονομικής κρίσης…
Η οικονομική κρίση που μαστίζει ολόκληρο τον κόσμο και έρχεται σιγά-σιγά και στη χώρα μας, μπορεί – υπό προϋποθέσεις – να αποτελέσει το έναυσμα για μια πορεία προς τα εμπρός: Φτάνει να ανασκουμπωθούμε όλοι μας: γονείς, εκπαιδευτικοί, πολιτικοί, πνευματικοί άνθρωποι, δημοσιογράφοι, κλήρος, όσοι γενικότερα μπορούν να συμβάλουν στην ανόρθωση αυτού του τόπου. Η πλούσια κληρονομιά μας, όταν δεν την πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων, έχει πολλά να μας διδάξει και να μας ενισχύσει σ’ αυτή την προσπάθεια. Αρκεί να το θελήσουμε. Το θέλουμε όμως;

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

Οικογένεια ή κοινωνία;

Είναι περιττό νομίζω να μιλήσω για τη γενικότερη κρίση που μαστίζει όχι μόνο την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια κοινωνία. Και όταν μιλάω για κρίση, δεν εννοώ μόνο την οικονομική, αλλά και κάθε σχεδόν τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Όπου κι αν κοιτάξει κανείς, θα διαπιστώσει με έκπληξη (;) πως ο κόσμος έχει χάσει την εμπιστοσύνη που είχε σε υψηλής δημοτικότητας επαγγελματικούς χώρους όπως οι δικαστικοί, οι κληρικοί, οι στρατιωτικοί, τα σώματα ασφαλείας και αναζητά πλέον αλλού στηρίγματα.

Η οικογένεια κορυφαίος θεσμός…
Ωστόσο υπάρχει και ένας θεσμός που διατηρεί ακόμα αλώβητη τη δημοτικότητά του και χαίρει διαχρονικά εκτιμήσεως από όλους, και κυρίως, τους νέους: η οικογένεια! Όσο και να φαίνεται περίεργο πια, η οικογένεια έρχεται πρώτη στις προτιμήσεις των νέων κυρίως ανθρώπων και μάλιστα η άποψη αυτή δεν έρχεται ως απλή εκτίμηση, αλλά αποδεικνύεται από έρευνα που πραγματοποίησε το Πανεπιστήμιο Αιγαίου σε δείγμα 1.550 νέων 17 – 28 ετών από όλη την Ελλάδα από τον Σεπτέμβριο του 2006 έως τον Δεκέμβριο του 2007και παρουσίασε η εφημερίδα «Καθημερινή» στις 27 Ιουλίου του περασμένου έτους.
Το γεγονός από μόνο του είναι ελπιδοφόρο. Η οικογένεια, παρά τον πόλεμο που δέχεται καθημερινά τα τελευταία χρόνια μέσω διάφορων «προοδευτικών» νομοσχεδίων και «οργανώσεων» για τα «ανθρώπινα δικαιώματα», την «ισότητα» και άλλα ηχηρά, δεν απώλεσε ούτε στιγμή την εμπιστοσύνη των ανθρώπων και ιδιαίτερα των νέων. Αν κάνουμε μια αναδρομή στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν από τη δεκαετία του ’80 και μετά, θα διαπιστώσουμε πόσο η οικογένεια βάλλεται από παντού: από το αυτόματο διαζύγιο φτάσαμε να μιλάμε σήμερα για…«γάμους» ομοφυλοφίλων, ακόμα και δικαίωμα στην απόκτηση ή στην υιοθέτηση παιδιών από ανώμαλους-ες!

Ποιον εμπιστεύεστε περισσότερο;
Μελετώντας τον δείκτη εμπιστοσύνης, παρατηρούμε πως το 60% των νέων αντλεί συναισθηματική πληρότητα από την οικογένεια, ενώ έπονται οι φίλοι με 19,6% και οι ερωτικοί σύντροφοι με 17,2%. Μόνο το 23,8% θεωρεί σημαντική την πολιτική, το 89,8% δεν εμπιστεύεται τους βουλευτές, το 32,7% έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον στρατό, ενώ το 38% πιστεύει ότι η θρησκεία παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του.
Οι νέοι απαξιώνουν επίσης με μεγάλα ποσοστά το συνδικαλιστικό κίνημα (80%), θεωρούν ότι ακόμα και σήμερα ορισμένοι πολίτες εξακολουθούν να αποκλείονται για πολιτικούς λόγους (19,7%), ενώ δεν πιστεύουν στην αξιοπιστία της τηλεόρασης και του Τύπου.
Το 19% από αυτούς, θεωρεί ότι η Δικαιοσύνη εξοβελίζει συστηματικά πολίτες χαμηλού κοινωνικού ή οικονομικού επιπέδου και το 22% νιώθει ότι αρκετοί Έλληνες αποκλείονται από τα αγαθά της υγείας και της πρόνοιας.
Οι νέοι – σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα – έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στα πρόσωπα της Εκκλησίας και της Δικαιοσύνης. Θεωρούν ότι οι ιερείς και οι δικαστές είναι οι πιο ανέντιμοι μεταξύ των δημόσιων λειτουργών. Συγκεκριμένα, το 35% απάντησε ότι οι ιερείς είναι ανέντιμοι, εκ των οποίων το 17,3% εκτιμά ότι είναι πολύ και το 17,7% αρκετά ανέντιμοι. Όσον αφορά τους δικαστές, το 32,4% τους μέμφεται για ανεντιμότητα (11,8% πολύ ανέντιμοι, 20,6% αρκετά). Ακολουθούν η Αστυνομία και τα Σώματα Ασφαλείας με 24,5%, οι τοπικοί άρχοντες με 22,1% και οι γιατροί με 19,9%. Στον αντίποδα, τις λιγότερες αρνητικές δηλώσεις συγκεντρώνουν οι εκπαιδευτικοί. Από τους νέους που συμμετείχαν στην έρευνα, το 3% θεωρεί ότι οι εκπαιδευτικοί είναι ανέντιμοι και το 7,8% αρκετά.

Τι θα κερδίσω απ’ αυτό;
Εκτός του δείκτη εμπιστοσύνης ή μη σε πρόσωπα ή θεσμούς, η έρευνα ασχολήθηκε και με πιο προσωπικά ζητήματα, που μπορούν να μας οδηγήσουν σε ορισμένα συμπεράσματα ως προς τον χαρακτήρα και τις συνήθειες των νέων σήμερα.
Αρχικά θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως σε κάθε απάντησή τους σχεδόν, εκφράζεται μια ανησυχία για τη μελλοντική τους οικονομική κατάσταση. Βλέπουν τα πάντα υπό το πρίσμα της οικονομικής τους εξασφάλισης και μόνον. Έτσι το 73,2% ενδιαφέρεται μόνο για την εργασιακή του αποκατάσταση ενώ το 86% θεωρεί ότι η οικονομική ανεξαρτησία είναι βασική προτεραιότητα. Το 36,5% μάλιστα, δηλώνει πως θα χρησιμοποιούσε οποιοδήποτε μέσον για να πετύχει κοινωνική και οικονομική καταξίωση και το 45% ενδεχομένως θα σκεφτόταν να καταφύγει σε χρηματισμό των υπευθύνων, εάν παρίστατο ανάγκη. Το 59,3% αποδέχεται τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης (τηλεργασία, γεωγραφική και επαγγελματική κινητικότητα, ελαστικό ωράριο) και το 68,9% δεν θα είχε πρόβλημα να εργαστεί σε τομέα διαφορετικό από αυτόν που έχει σπουδάσει.

Γιατί να το κάνω; Με συμφέρει;
Ως προς τον τρόπο ζωής τους, το 75% δίνει μεγάλη βαρύτητα στον ελεύθερο χρόνο και στη σημασία του για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, ενώ τέσσερις στους δέκα (39,4%) συμμετέχουν σε συλλόγους, ομάδες, κοινωνικές εκδηλώσεις. Ο ένας στους τρεις (33,4%) δηλώνει ότι δεν έχει χρόνο γι’ αυτό, καθώς δεν θα αποκομίσει κανένα όφελος (52,6%).
Η εμπιστοσύνη και η αλληλεγγύη προς τους άλλους έχει αντικατασταθεί από την επιφυλακτικότητα (73,2%), με ορατό κίνδυνο να εξελιχθεί σε καχυποψία. Μόνο ένας στους τέσσερις (26,5%) εμπιστεύεται τους συνανθρώπους του. Οι περισσότεροι δηλώνουν ότι έχουν λίγους κοντινούς φίλους (το 2,9% αναφέρει ότι δεν έχει απολύτως κανένα άνθρωπο που να θεωρεί φίλο του) προς τους οποίους θα ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν ψυχολογική στήριξη (18,1%), οικονομική βοήθεια (6,8%) και ψυχολογική και οικονομική αρωγή (70,3%) ή άλλη βοήθεια (1,9%).
Η έννοια της γειτονιάς επίσης έχει χάσει τη σημασία που είχε παλιότερα, κυρίως στις αστικές περιοχές. Έτσι, ένας στους τρεις (35,1%) δεν θα εμπιστευόταν κάποιον γείτονα, το 29,7% είναι επιφυλακτικό απέναντί τους και το 34,8% εξακολουθεί να τους εμπιστεύεται.
Μόνο ένας στους πέντε (22,6%) θα γινόταν εθελοντής αιμοδότης, ενώ ακόμη λιγότεροι (8,2%) σκοπεύουν να γίνουν δωρητές οργάνων ή μυελού των οστών. Αντίθετα το 61,7% θα πρόσφερε οικονομική ενίσχυση σε θύματα φυσικών καταστροφών.
Το 56,7% δηλώνει ότι πολύ λίγο θα εμπιστευόταν τους ξένους που ζουν στη χώρα μας, ενώ το 24,3% τρέφει ανάλογη δυσπιστία και προς τους Έλληνες. Το 47,7% θα ψήφιζε κάποιον αλλοδαπό υποψήφιο στις εκλογές, ενώ το 51,7% όχι.
Η ανασφάλεια σε σχέση με την εγκληματικότητα αυξάνεται: Ενώ το 49,8% πιστεύει ότι τα επίπεδα βίας έχουν παραμείνει τα ίδια την τελευταία πενταετία, το 38,7% δηλώνει ότι έχουν αυξηθεί και μόνο το 11,3% διακρίνει μείωση. Εξάλλου, το 61,2% νιώθει ασφαλές μέσα στο σπίτι, ενώ το 33,6% δεν εμπεδώνει το ίδιο αίσθημα ασφάλειας στον δρόμο.

Από το «εμείς» στο «εγώ»…
Αν μελετήσουμε προσεκτικά τα πορίσματα αυτής της έρευνας, θα αντιληφθούμε πως εκτός των θετικών, περιλαμβάνει και πολλές αρνητικές διαπιστώσεις που θα πρέπει οπωσδήποτε να μας προβληματίσουν. Ο υπεύθυνος της έρευνας κ. Ευστρ. Παπάνης, δήλωσε στην «Κ»: «Το πιο ανησυχητικό στοιχείο των ευρημάτων είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης προς τον συνάνθρωπο, το οποίο, συνδυαζόμενο με την αδιαφορία για συμμετοχή στα κοινά, προοιωνίζεται μια αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού. Πραγματικά, το κοινωνικό κεφάλαιο του τόπου μας είναι από τα χαμηλότερα της Ευρώπης. Ο έντονος ατομισμός αποκλείει την κοινωνική δράση και η απαξίωση της πολιτικής και του συνδικαλισμού -κληροδότημα της υποκριτικής στάσης των προηγούμενων γενεών και της αφερεγγυότητας- ενισχύει την κοινωνική μοναξιά και ευνοεί τον απομονωτισμό». Ο καθηγητής, με άλλα λόγια, επισημαίνει πως οι νέοι πλέον δεν περιλαμβάνουν στις αξίες που θεωρούν σημαντικές όσες αφορούν το κοινωνικό σύνολο, αλλά αποκλειστικά τον εαυτό τους, στον οποίο συμπεριλαμβάνουν και την οικογένειά τους. Πρόκειται δηλαδή για μια πλήρη επικράτηση του «εγώ» απέναντι στο «εμείς». Εξ ου και η πλήρης αδιαφορία για οτιδήποτε έχει να κάνει με τους πολλούς.

Επιμύθιον…
Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να βάλω στη ζυγαριά την οικογένεια με την κοινωνία. Εξάλλου, μια προσεκτικότερη αποτίμηση των όσων διαβάσαμε, καταδεικνύει πως η σύγκριση δεν υφίσταται. Εκείνο που φαίνεται να ισχύει, είναι το αίσθημα ανασφάλειας και απόρριψης από τους πάντες που νιώθουν οι νέοι σήμερα, και η συνακόλουθη προσκόλλησή τους στο μόνο αποκούμπι που διαθέτουν: την οικογένεια. Ας κρατήσουμε λοιπόν τα θετικά αυτής της έρευνας: την τάση δηλαδή για ανάδειξη της οικογένειας ως κορυφαίου θεσμού, χωρίς όμως να απορρίψουμε τα αρνητικά της: την τάση για απομόνωση και αυτοπαραίτηση των νέων από το περιβάλλον τους. Καιρός να ανασκουμπωθούμε όλοι…

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2009

Συμβουλές προς ψάλλοντες και «ψάλλοντες» ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟ…

Την περασμένη εβδομάδα συμπληρώθηκε ένας χρόνος από την εκδημία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου. Μιας και χτες η Μεσσηνία γιόρτασε με λαμπρότητα την Υπαπαντή του Χριστού, σκέφτηκα να αφιερώσω αυτό το άρθρο στην προσωπικότητα του εκλειπόντος.
Προσωπικά δεν μπορώ να πω πως υπήρξα θαυμαστής του (βλ. σχετικό άρθρο από το 2006). Τον θεωρούσα μεν μια χαρισματική προσωπικότητα, ένα λαμπρό μυαλό, αλλά διατηρούσα πάντοτε ενστάσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο χειριζόταν ορισμένα ζητήματα που άπτονταν περισσότερο της πολιτικής (με τη στενά κομματική έννοια) παρά της εκκλησιαστικής αρμοδιότητας. Ο γενναίος τρόπος όμως με τον οποίο αντιμετώπισε τον θάνατο, μπορώ με βεβαιότητα να πω πως τον καθαγίασε στα βλέμματα όλων, ακόμα και των θεωρούμενων ως αντιπάλων του.

«Εγχειρίδον ιεροψάλτου»…
Σκέφτηκα λοιπόν να σταθώ σε ένα από τα πολλά «παιδιά» που άφησε πίσω του φεύγοντας: σε ένα μικρό αλλά ιδιαίτερα περιεκτικό βιβλίο με τίτλο: «Εγχειρίδιον ιεροψάλτου». Μέσα σε αυτό το βιβλιαράκι, συμπυκνώνει σοφία και εμπειρία πολλών χρόνων, αλλά και αγάπη για την ψαλτική τέχνη, στην οποία είχαμε αναφερθεί σε πρόσφατο κείμενό μας. Το ζήτημα είμαι βέβαιος πως ενδιαφέρει πολλούς. Γιατί εκτός από όσους ψάλλουν συστηματικά σε ιερούς ναούς (μεταξύ των οποίων και ο γράφων), υπάρχουν πολλοί φίλοι της βυζαντινής μουσικής ή ερασιτέχνες ψάλτες που χρειάζονται μια καθοδήγηση σχετικά με αυτά που γνωρίζουν ή νομίζουν πως γνωρίζουν. Μελετώντας τους υπότιτλους των επιμέρους κεφαλαίων και μόνο, αρκεί για να διαπιστώσει κανείς το πόσο αυτός ο άνθρωπος είχε διαπιστώσει τα προβλήματα που υφίστανται στον συγκεκριμένο κλάδο και το πόσο προσπάθησε για την αντιμετώπισή τους.

Η εξωτερική εμφάνιση ενός ψάλτη
Το πρώτο πράγμα που φαίνεται να τον απασχολεί δεν είναι τόσο η θεωρητική ή η πρακτική κατάρτιση ενός ιεροψάλτη, αλλά τα εξωτερικά στοιχεία της προσωπικότητάς του: η εμφάνιση και η στάση του πάνω στο στασίδι που ψάλλει. Ως προς την εμφάνιση, θεωρεί πως το εξεζητημένο ντύσιμο δεν βοηθά στη σωστή παρουσία του ψάλτη («Ίσως το περίφημον “φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας” του Περικλέους να έχη και εδώ την θέσιν του. Γενικώς δυνάμεθα να είπωμεν ότι η καθόλου αμφίεσις του ιεροψάλτου πρέπει να είναι ιεροπρεπής»). Για να μπορέσει να είναι ιεροπρεπής, θα πρέπει ο ψάλτης να φορά το ράσο που θεωρείται η ενδεδειγμένη στολή («Ιεροπρέπειαν δε προσδίδει εις τον ψάλτην κατά πολύ η περιβολή του ράσου κατά την διάρκειαν της ασκήσεως του ιερού του λειτουργήματος»). Εκτός από αυτές τις παρατηρήσεις, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος συνιστά και κάτι επιπλέον: την αποφυγή κατά τις θερινές ημέρες μιας κακής συνήθειας πολλών, που την καλλιεργούν και στον ναό: το άνοιγμα των κουμπιών του πουκαμίσου, σε σημείο που να προκαλεί τους πιστούς, καθώς και αρκετών ακόμη συνηθειών, όπως η μακριά κόμη κ.ο.κ.

Η στάση των ιεροψαλτών…
Όσον αφορά τη στάση που πρέπει να έχουν οι ιεροψάλτες όταν βρίσκονται στο ψαλτήρι, αναφέρεται σε ένα ζήτημα που έχει εξελιχθεί σε πραγματική μάστιγα όχι μόνο για τους ψάλτες, αλλά και για τους πιστούς που συμμετέχουν στις ιερές ακολουθίες, ακόμα (και κυριότερα) και στους κληρικούς: Την ώρα που ψάλλονται μέλη που έχουν συγγράψει άγιοι υμνωδοί της Εκκλησίας μας ή διαβάζεται το ιερό ευαγγέλιο ή έστω το κήρυγμα, μια μεγάλη μερίδα πιστών, ψαλτών αλλά και κληρικών, κάθε άλλο παρά δείχνει ότι συναισθάνεται το τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή! Πιστοί (κυρίως γυναίκες), θυμούνται να λύσουν όλα τους τα προσωπικά ή άλλα προβλήματα, να κουτσομπολέψουν τον διπλανό τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ψάλτες. Όταν δεν είναι η σειρά τους να ψάλλουν, συζητούν με τους γύρω τους, σχολιάζουν τον τρόπο ψαλσίματος των υπολοίπων, και γενικά προκαλούν μια αναστάτωση. Δυστυχώς αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούνται και από κληρικούς. Μια επίσκεψη στο ιερό ενός ναού αρκεί για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του προβλήματος: Κουβεντολόι, πικρόχολα σχόλια εις βάρος όσων δεν συμπαθούν, πλήρης απουσία ιεροπρέπειας και συναίσθησης του λειτουργήματος που επιτελούν εκείνη τη στιγμή! Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο συνίσταται η έγκαιρη κατάληψη του στασιδίου από τον ιεροψάλτη, η αποφυγή περιττών μετακινήσεων («Εξ άλλου δεν επιτρέπεται η περιοδική εγκατάλειψις του στασιδίου διαρκούσης της ιεροψαλτικής διακονίας είτε προς ανάπαυλαν, είτε προς αναψυχήν. Η τυχόν κάθοδος του ψάλτου από του στασιδίου ή και η απομάκρυνσις αυτού ή των βοηθών του εξ αυτού κατά τας ώρας ταύτας, εκθέτει τούτον ανεπανορθώτως εις τα όμματα των πιστών, ενοχλεί και σκανδαλίζει το πλήρωμα, γίνεται πρόξενος αταξίας και θορύβου και κατά πολύ ζημιώνει την ατμόσφαιραν της Λατρείας») και συζητήσεων («Επί του στασιδίου πρέπει να επικρατή άκρα σιγή, ησυχία, τάξις, ευλάβεια, ευπρέπεια και σεμνότης. Εκτός τόπου και χρόνου κείνται αστεΐσμοί μεταξύ αυτών, μειδιάματα, σχολιασμοί, συνομιλίαι παράκαιροι και ει τι έτερον επί του σημείου τούτου, όπερ δεν υποβοηθεί το έργον της Λατρείας»), οι μετρημένες κινήσεις («Κινήσεις όμως χειρών και κτυπήματα ποδών συνήθως προς τήρησιν του ρυθμού, άλλαι κινήσεις της κεφαλής και του λοιπού σώματος άμετροι, απεριόριστοι, εκτός του ότι είναι ενοχλητικαί δια τους παρακολουθούντας, καθίστανται και αντιπαθητικοί και επιδρούν δυσμενώς επί των πιστών»), οι όσο το δυνατόν λιγότεροι μορφασμοί («Τινές συνηθίζουν να συνοδεύουν την απόδοσιν των υπ' αυτών ψαλλομένων ύμνων δι’ ανεπιτρέπτων μορφασμών, οι οποίοι αποβλέπουν «είτε εις το να προσδώσουν έμφασίν τινα εις το ψαλλόμενον, είτε εις το να διευκολύνουν την ομαλήν έξοδον της φωνής, είτε διά ν’ αποδώσουν επί το καλύτερον το άσμα. Και αι τρεις πάντως αύται περιπτώσεις δεν δικαιολογούν, νομίζομεν, τας παραμορφώσεις του προσώπου, ή το υπερβολικόν άνοιγμα του στόματος ή τας συσπάσεις των μυών. Τοιούτοι μορφασμοί προσιδιάζουν μάλλον εις τους καλλιτέχνας του άσματος. Όχι εις τους ιερούς υμνωδούς. Δια παλαιούς της ιεράς τέχνης μύστας διασήμους του στασιδίου κατόχους, πολλάκις λέγεται μετά θαυμασμού ότι εσυνήθιζον να ψάλλουν ακίνητοι»), ο λεπτός τρόπος όταν διορθώνουν τους υφισταμένους τους («Ο έμπειρος ιεροψάλτης δέον να αναμένη εκ μέρους των βοηθών αυτού σφάλματα και παραλείψεις. Ενίοτε αστοχούν περί την εκτέλεσιν του μέλους καί ικανοί εισέτι ιεροψάλται, πόσω μάλλον οι αρχάριοι. Ας ενθυμήται συχνάκις πας ιεροψάλτης πώς ήρχισε την ιεροψαλτικήν του σταδιοδρομίαν…Την τυχόν μουσικήν παραφωνίαν μόνον ολίγοι επαΐοντες δύνανται να αντιληφθούν. Ο πολύς προσευχόμενος λαός, κατά κανόνα, δεν είναι εις θέσιν να επισημαίνη μουσικά σφάλματα εμφιλοχωρούντα κατά την εκτέλεσιν των βυζαντινών μελών»), η μείωση των χειρονομιών στις απολύτων απαραίτητες, καθώς και η «αποφυγή περισπασμού της διανοίας».

Πώς δει ψάλλειν…
Στο δεύτερο μέρος του έργου του, ο μακαριστός Χριστόδουλος αναφέρεται στον τρόπο της ψαλμωδίας. Εδώ χωρά πολλή συζήτηση και πολλές επίσης αντιρρήσεις. Αρχικά εξηγεί τον προορισμό της βυζαντινής μουσικής («Οι μεγάλοι μελωδοί οι οποίοι ήσαν και οι ποιηταί των ύμνων, δεν εμελοποίησαν αυτούς δια να περικαλύψουν το νόημά των δια του τεχνικού μουσικού πέπλου. Αντιθέτως επρόσεξαν την διάσωσιν ακεραίας της εννοίας του ύμνου, διότι εξ αυτής κυρίως εξαρτάται η δημιουργία των απαραιτήτων εκείνων συναισθημάτων εν τη καρδία του λαού»), συνεχίζει με το ύφος που είναι αναγκαίο να υπάρχει («Το ύφος της βυζαντινής μουσικής είναι ανάγκη να περισωθή εις τρόπον ώστε να διατηρηθή η ιεροπρέπεια της τέχνης, και η πνευματική της διαύγεια. Προς τούτο πρέπον είναι να αναληφθή προσπάθεια προς αποκάθαρσιν της εκκλησιαστικής μας μουσικής από παντός “εν ημέραις δουλείας εισδύσαντος επεισάκτου απηχήματος”…»). Στη συνέχεια δίνει ιδιαίτερη σημασία στη χρονική αγωγή που χρειάζεται σε όσους ψάλλουν («Ελέχθη ότι ο χρόνος είναι η ψυχή της μουσικής. Μέλος μουσικόν ψαλλόμενον εις χρόνον άτακτον χάνει την ωραιότητα και αξίαν του…Υπό τας σημερινάς συνθήκας επιβάλλεται η εκτέλεσις των ύμνων εν τοις ναοίς να γίνεται εις χρόνον σύντομον. Το όλον κλίμα που επικρατεί, ιδία εις τας μεγαλουπόλεις, δεν ευνοεί την εκτέλεσιν σχοινοτενών ύμνων»). Ένα επίσης σπουδαίο πρόβλημα το οποίο θίξαμε και στο προηγούμενο σημείωμά μας, είναι και αυτό της απόδοσης των νοημάτων και των προϋποθέσεων που υπάρχουν («Το να ψάλλη τις με νόημα δεν είναι εύκολον πράγμα. Απ’ εναντίας και δύσκολον είναι και πολυσύνθετον…Προϋποθέτει κατ’ αρχήν ικανάς γραμματικός γνώσεις. Είναι αυτονόητον ότι αγράμματος ή ολιγογράμματος ιεροψάλτης κατακρεουργεί το νόημα των ύμνων, μη δυνάμενος να αποδώση καλώς εκείνο το οποίον δεν κατανοεί. Υπάρχουν διασκεδαστικά επί του προκειμένου ιστορήματα και διηγήσεις, σχέσιν έχουσαι προς την από παλαιοτέρων ιδία ιεροψαλτών εν χωρίοις, ως επί το πλείστον διακονούντων, μεταλλαγήν του νοήματος του ύμνου, είτε δια μετατοπίσεως της στίξεως, είτε δι’ αδεξίου χωρισμού λέξεων ή συλλαβών, είτε διά...διορθώσεως της ως εσφαλμένης εκλαμβανομένης λέξεως επί το... καλλιεπέστερον, κατά την κρίσιν πάντοτε του αδαώς ψάλλοντος [Π.χ. Το “κούφοι προς την άνω πορείαν μετίωμεν”, διωρθώθη εις “κουφοί προς...”, ή το “Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν” εις “Θεός Κύριος και επέθανεν ημίν”…]»).
Θα μπορούσαμε βέβαια να επισημάνουμε πολλά περισσότερα, αλλά ο χώρος δεν θα μας ήταν αρκετός. Νομίζω όμως ότι οι αναγνώστες μας – ιδιαίτερα όσοι ασχολούνται με το ιερό αναλόγιο – θα διδάχθηκαν πολλά απ’ όσα μας επισήμανε αυτός ο σπουδαίος ιεράρχης. Καιρός είναι και να τα εφαρμόσουν!

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

«Αγραμματοσύνης» το…ανάγνωσμα

Πολλά είναι τα κακώς κείμενα αυτού του τόπου. Με τα περισσότερα έχουμε καταπιαστεί από αυτήν εδώ τη στήλη. Μεγαλύτερο όμως και χειρότερο, δεν γνώρισα από την «αγραμματοσύνη». Και όταν αναφέρομαι στην «αγραμματοσύνη», δεν εννοώ τον αναλφαβητισμό, γι’ αυτό και τη βάζω σε εισαγωγικά. Εννοώ μια πιο ευρεία κατάσταση, που δυστυχώς βασιλεύει σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ακόμα και αυτών που θεωρητικά έχουν ολοκληρώσει τις λυκειακές τους σπουδές, καθώς και πολλών αποφοίτων των Τ.Ε.Ι. και Α.Ε.Ι. της (τρόπος του λέγειν) τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, θα δει ή θα ακούσει του κόσμου τις ανοησίες, τις ανακρίβειες, και μάλιστα από πρόσωπα που τυπικά δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη νοητική υστέρηση που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο.

Αγράμματοι και «αγράμματοι»…
Θα μου πείτε, αγράμματος ήτανε κι ο Μακρυγιάννης, ημιεγγράμματος κι ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς ή ο γέροντας Παΐσιος και τόσες άλλες σπουδαίες μορφές, αλλά διαπρέψανε τόσο, που και σήμερα ακόμα τους μνημονεύουμε και πολύ θα θέλαμε να τους μοιάσουμε…
Οι άνθρωποι αυτοί όμως, οι ξεχωριστοί, είχαν κάτι που οι σημερινοί «αγράμματοι» δεν μπορούν να έχουν: αυτογνωσία. Ήξεραν καλύτερα από τον καθένα τον εαυτό τους και μπορούσαν να διακρίνουν (να μια ακόμα λέξη – κλειδί: η διάκριση) τα όριά τους. Με αυτόν τον τρόπο μεγαλούργησαν και έγιναν σύμβολα για τους μεταγενέστερους.
Αντίθετα σήμερα, οι περισσότεροι από εμάς (στη χορεία των αγραμμάτων μια γωνίτσα σίγουρα ανήκει και στην ταπεινότητά μου) δεν μπορούμε να διακρίνουμε τα όριά μας και νομίζουμε πως είμαστε κάτι που στην πραγματικότητα ούτε να το πλησιάσουμε μπορούμε. Βλέπουμε τον ίσκιο μας και νομίζουμε πως πρόκειται για το μπόι μας…
Έτσι, με τη σιγουριά του ημιμαθούς, ξεπροβάλουμε με ιεραποστολικό ζήλο να πείσουμε τους «ιθαγενείς» να πάψουν να σκέφτονται όπως πριν, να πάψουν να δρουν όπως και πριν, και ν’ ακολουθήσουν τα «φωτεινά» μας βήματα σε όποιο σημείο και αν τα οδηγήσουμε!
Πολιτικοί, εκπαιδευτικοί, θρησκευτικοί, δημοσιογραφικοί και λοιποί «αστέρες», με περισσή «αγραμματοσύνη», συντηρούμε αυτό το πλέγμα άγνοιας και καθημερινά προσθέτουμε και νέα δοκησίσοφα μέλη. Πώς γίνεται αυτό; Ας δούμε…

Οικογένεια…
Πρώτοι απ’ όλους έρχονται οι γονείς. Μόλις τα πεντάμορφα «αστεράκια» τους έρθουν στη ζωή, προσπαθούν με κάθε ευκαιρία να προβάλουν αυτάρεσκα έναν άλλο εαυτό από αυτόν που είχαν πριν: Καμαρώνουν για τις (συνήθως ανύπαρκτες) σπουδές τους, για την…κοινωνική τους μόρφωση, τους δήθεν καλούς τους τρόπους, τους «ηρωικούς» προγόνους τους, την «ευγενική» τους καταγωγή…

Εκπαίδευση…
Ύστερα τα ίδια παιδιά θα αναγκαστούν να έρθουν στα σχολεία. Εκεί θα βρουν άλλους δήθεν σοφούς που θα προσπαθούν να τους μεταδώσουν τις σοφίες που έχουν κρυμμένες στα…γεμάτα γνώση κεφάλια τους. Θα βρουν ανθρώπους που μόνο δασκάλους δεν θυμίζουν. Μόνο ανθρωπάκια θα βρουν που παπαγαλίζουν λίγο πριν μπουν στην αίθουσα το παρακάτω μάθημα και κάνουν τον σταυρό τους μη και βρεθεί κανένας «αναιδής» μαθητής και ρωτήσει τίποτα περίεργο που δεν μπορούν να το απαντήσουν! Θα βρει ανθρώπους που περιμένουν πώς και πώς να χτυπήσει εκείνο το αναθεματισμένο κουδούνι για να σηκωθούν από την «ηλεκτρική» καρέκλα της τάξης και να τρέξουν στη θαλπωρή του σπιτιού τους ή του ιδιαίτερού τους!

TV stars…
Παράλληλα, αυτά τα παιδιά θα καλλιεργούνται και θα μορφώνονται και από ένα ακόμα μέσο εκτός των άλλων δύο που προαναφέραμε: την τηλεόραση! Εκεί έχουν να διδαχθούν πραγματικά πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα. Πρώτ’ απ’ όλα θα έχουν την ευκαιρία να μελετήσουν – ιδιαίτερα στα δελτία ειδήσεων – πολλαπλές συμπεριφορές ανθρώπων έως και υπανθρώπων. Θα δουν τους ίδιους κάθε φορά αναλυτές να εξηγούν από το γιατί η παγκόσμια οικονομία κατρακυλά στην άβυσσο, μέχρι το πού οφείλεται η αποτυχία των μαθητών στις πανελλαδικές εξετάσεις. Κι όλ’ αυτά θα τα παρακολουθήσουν εν μέσω ύβρεων και συκοφαντιών που θα εκτοξεύονται εκατέρωθεν, αλλά και απειλών, κατηγοριών για όσα συμβαίνουν τριγύρω μας κ.ο.κ.

Hard rock alleluia…
Από μικρά επίσης θα βρίσκονται στον χώρο της Εκκλησίας. Από τη στιγμή που θα μπουν για πρώτη φορά στον ναό («σαραντισμός») μέχρι τη βάπτισή τους και στη συνέχεια όποτε οι γονείς τους το επιθυμήσουν, θα έχουν δοσοληψίες με ιερείς που νομίζουν ότι ο κόσμος φτιάχτηκε μόνο γι’ αυτούς και με ψάλτες που θα κρυφοκοιτάνε την πόρτα για να δουν πότε ανοίγει για να αποφασίσουν πότε θα κάνουν τη γνωστή επίδειξη φωνητικών ικανοτήτων (ο λαός τους αποκαλεί «γκάρους» όχι άδικα) που θυμίζουν κάτι μεταξύ τούρκικου αμανέ και σκάλας του Μιλάνου! Ιδιαίτερα από ορισμένους ιερείς, θα απολαύσουν και τα ασυναγώνιστα κηρύγματα, που τοποθετούν πάντοτε τους ίδιους εκτός αμαρτωλών και βρίθουν σολοικισμών και βαρβαρισμών, καθώς και δογματικών και εκκλησιαστικών λαθών (το καλοκαίρι βρέθηκα σε εσπερινό ενός πανηγυρίζοντα ναού της πόλης μας, όπου ο εντεταλμένος να κηρύξει υψηλόβαθμος κληρικός, μας «δίδαξε» πως ο Χριστός αναστήθηκε όχι μόνο μία, αλλά τρεις φορές!).

Πολιτική…
Το αποκορύφωμα της «αγραμματοσύνης», θα το συναντήσουμε στην πολιτική. Και κυριολεκτικά (βλ. Γιωργάκη Παπανδρέου που δεν μπορεί να αρθρώσει μια αράδα γράμματα χωρίς να «σκοτώσει» τα μισά!) και μεταφορικά: Άνθρωποι απαίδευτοι, άνθρωποι με πιθαμιαία συμπεριφορά και ανάστημα, έρμαια των διαθέσεων του εκάστοτε «σουλτάνου» που κυβερνά το κόμμα τους…Αν μια πρόταση είναι σωστή αλλά την προτείνει ο αντίπαλος, θα πρέπει να σπεύσουμε να την καταγγείλουμε ως προκλητική, ως αντίθετη στα συμφέροντα του λαού…Αν βέβαια μετά από λίγο την ίδια πρόταση υιοθετήσει ο δικός μας κομματάρχης, τότε δηλώνουμε ανερυθρίαστα πως οι συνθήκες ωρίμασαν πλέον για κάτι διαφορετικό από πριν, πως επρόκειτο για μια γενναία απόφαση του αρχηγού, και κάνουμε «γαργάρα» όλα όσα λέγαμε πριν!

Δημόσιο…
Εκείνος όμως ο τομέας που πραγματικά διεκδικεί το χρυσό μετάλλιο στην «αγραμματοσύνη», είναι ο δημόσιος. Άνθρωποι συνήθως ακατάλληλοι για τη θέση την οποία κατέχουν, που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στην καλύτερη περίπτωση σπίτια τους, με χαμηλό συνήθως δείκτη νοημοσύνης, αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τους πολίτες ακόμα και στα βασικότερα.
Ο καθένας μας θα έχει πολλά παραδείγματα για να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές για κάθε μια από τις περιπτώσεις που ανέφερα πριν. Ωστόσο η «αγραμματοσύνη» θα εξακολουθεί να βασιλεύει. Και οι «αγράμματοι» επίσης! Θα συμβούλευα όσους θεωρούν πως έχουν τη δύναμη στα χέρια και τις ικανότητες, χωρίς ταυτόχρονα να θεωρούν πως ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, να ξεσηκωθούν, να καταργήσουν «επαναστατικώ δικαίω» αυτή τη δικτατορία των μετρίων, των «αγραμμάτων», αλλά πολύ φοβάμαι πως αυτό είναι πλέον αδύνατον: οι «αγράμματοι», έχουν γίνει πια απαραίτητοι, όπως το αλεύρι στα γλυκά ή το νερό για να ζήσει ένας οργανισμός!

Η «αγραμματοσύνη» ζει και θα βασιλεύει…
Πώς να ζήσει ένας γονιός χωρίς να καυχηθεί για το παρελθόν του; Πώς να ζήσει ένας δάσκαλος χωρίς να επιδεικνύει διαρκώς τις – συνήθως – ανεπαρκείς γνώσεις του; Πώς να αναπνεύσει ένας τηλεοπτικός αστέρας χωρίς να εκφράσει έστω και για μια μέρα τη γνώμη του επί παντός του επιστητού; Πώς να αντιμετωπίσει τη ζωή κατάματα ο κληρικός χωρίς «υπηκόους» που να τον υπηρετούν χωρίς να ρωτάνε πολλά – πολλά; Πώς να ορθοποδήσει ο πολιτικός χωρίς παρατρεχάμενους που θα τον ακολουθούν σε κάθε του βήμα; Πώς να υπάρξει ο κακός δημόσιος υπάλληλος (γιατί εξυπακούεται πως υπάρχουν και καλοί) χωρίς γραφειοκρατία;
Αν ζούσε σήμερα ο Καβάφης, θα αναφωνούσε παραφράζοντας το γνωστό του ποίημα: «Πώς να ζήσουμε χωρίς “αγραμμάτους”; Ήταν κι αυτοί μια κάποια λύσις»! Ή όχι;

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

Η βυζαντινή μουσική στην Καλαμάτα

Η Καλαμάτα και η ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας, έχουν να επιδείξουν στο παρελθόν σημαντικές προσωπικότητες στον χώρο της ευρύτερης εκκλησιαστικής μουσικής. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το όνομα του Ξένου του Κορώνη. Γράφει γι’ αυτόν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος στο μνημειώδες έργο του «Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ.)» (Εκδόσεις "Τέρτιος", Κατερίνη): «Ξένος ο Κορώνης, εκ Κορώνης της Πελοποννήσου καταγόμενος, Πρωτοψάλτης της Αγίας Σοφίας, ακμάσας μετά τον Ιωάννην τον Κουκκουζέλην. Ο έξοχος ούτος μουσικός είχε και αδελφόν μουσικόν τον Αγάθωνα, ποιήσαντα μαθήματα εις την ΙΙαπαδικήν, και υιόν μουσικόν τον Μανουήλ, μελίσαντα μαθήματα ευρισκόμενα εις το Μαθηματάριον. Ξένος ο Κορώνης, συνέγραψε περί Μουσικής Εγχειρίδιον, εις ο πραγματεύεται περί ήχων, περί φθορών κ.τ.λ. ανεδείχθη ο εξοχώτερος πάντων των θεματογράφων του Μαθηματαρίου είδους των αναγραμματισμών και του Κρατηματαρίου. Εμέλισε το εις ήχον Β' «Δύναμις» μετά του κρατήματος, το «Άγιος, Κύριος Σαβαώθ» της λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου, και το «Επί σοι χαίρει» εις ήχον Πλ. Δ', και άλλα τινά».

Αντώνιος και Γεώργιος Σύρκας
Στα νεώτερα χρόνια η Μεσσηνία και συγκεκριμένα το χωριό Άνθεια, καυχιέται ότι γέννησε τον αείμνηστο Αντώνιο Σύρκα, διαπρεπή ιεροψάλτη καθώς και τον γιό του Γεώργιο. Για τον Αντώνιο, γράφει σχετικά ο Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής Μοσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001: «Αντώνιος Σύρκας (Άνθια 1872 - Αθήνα 1974). Διαπρεπής Κωνσταντινουπολίτης μουσικοδιδάσκαλος, πρωτοψάλτης και χοράρχης. Πήρε τα πρώτα μαθήματα βυζαντινής μουσικής στην Καλαμάτα από τους Ι. Κατσαΐτη και Π. Λεοντακιανάκη. Σπούδασε στη Σχολή του Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου Κων/πόλεως (1900-1904). Διετέλεσε πρωτοψάλτης σε Κων/πολη και Τατάουλα, Κωστάντζα, Βράιλα και Αλεξάνδρεια (1904-34). Θήτευσε αρκετά χρόνια στον Κων/νο Σταυροδρομίου (αρχικά ως λαμπαδάριος του Νηλέως Καμαράδου και αργότερα ως πρωτοψάλτης). Διετέλεσε επίσης τοποτηρητής «άρχων πρωτοψάλτης» του Πατριαρχικού Ναού. Από το 1934/35 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και επιδόθηκε στη συγγραφή μουσικών έργων και την κατάρτιση βυζ. Χορών. Δημιούργησε και μικτή χορωδία, που έψαλλε από τον γυναικωνίτη. Εξέδωσε: «Δοξαστάριον Τριωδίου», «Τα 11 εωθινά», «Θεία Λειτουργία». κ.λπ. Γνωστή σύνθεσή του είναι το «Της Μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας ζωοδότα». Με τη Χορωδία του πραγματοποίησε πολλές εμφανίσεις σε συναυλίες και από τον ΡΣ Αθηνών. Στους μαθητές του και οι: Γ. Αγγελινάρας, Κ. Λαγούρος, Θ. Μωραΐτης, Κ. Περσίδης, Π. Σουσούνης, ο γιος του Γ. Σύρκας, κ.ά.».
Σχετικά με τον Γεώργιο Σύρκα, διαβάζουμε από την ιστοσελίδα http://www.ieropsaltis.com τα πιο κάτω (σε περιληπτική απόδοση): ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΥΡΚΑΣ (1923 - 2003). Ο Γεώργιος Σύρκας γεννήθηκε στην Κων/πολη το 1923 και από μικρή ηλικία γαλουχήθηκε με τα νάματα της μουσικής τέχνης. Πήρε τα πρώτα μαθήματα από τον πατέρα του, στον οποίο διετέλεσε και κανονάρχης. Σε ηλικία ένδεκα ετών ήλθε στην Αθήνα και σε ηλικία δεκατριών ετών ανέλαβε το ιερό αναλόγιο του δεξιού ιεροψάλτη στον Ι.Ν. της Αγίας Γλυκερίας στο Γαλάτσι. Από τότε αρχίζει η μεγάλη ψαλτική σταδιοδρομία του Γ. Σύρκα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ανέλαβε πολλά σημαντικά αναλόγια, για να αναλάβει τέλος πρωτοψάλτης και χοράρχης το 1971 στον Ι.Ν. Αγίας Τριάδας Αμπελοκήπων όπου έψαλε μέχρι το έτος 1982 οπότε αποχώρησε της ενεργού δράσης. Έψαλλε με το ιδιάζον χαρακτηριστικό ψαλτικό ύφος των, εκτός του Πατριαρχικού Ι. Ναού, πρωτοψαλτών της γενέτειράς του, του οποίου θεωρείται ως ένας από τους λίγους γνήσιους εκπροσώπους του, αν και δεν έζησε στην Πόλη, και αναδείχτηκε ένας από τους διαπρεπέστε- ρους πρωτοψάλτες της σύγχρονης εποχής. Έχει στο ενεργητικό του πλούσια και πολυσχιδή δραστηριότητα στα ψαλτικά πράγματα, όχι μόνο της Αθήνας, αλλά και όλης της Ελλάδας με τη συμμετοχή του σε πολλούς Συλλόγους, Ιδρύματα κ.ο.κ. που αφορούσαν την προώθηση της βυζαντινής μουσικής. Διετέλεσε επί 18 χρόνια πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής ακρόασης ιεροψαλτών και μέλος, επί σειρά ετών, του Δ. Σ. του ιδρύματος Βυζαντινής Μουσικολογίας. Ως μέλος του Δ. Σ. και κυρίως ως πρόεδρος για πολλά χρόνια του «Πανελληνίου Συνδέσμου Ιεροψαλτών Αθήνας» επέδειξε πλούσια και καρποφόρα δράση. Δραστήριος και δημιουργικός, εργάστηκε άοκνα και αποδοτικά και από τη θέση αυτή πρόσφερε πολύτιμο έργο για τη βελτίωση της θέσης του ιεροψαλτικού κόσμου.[Πηγή: Φίλιππος Οικονόμου]».

«Κανείς δεν άγιασε στον τόπο του»…
Ένα βασικό χαρακτηριστικό και των τριών αυτών προσωπικοτήτων (δεν θα επιθυμούσα να αναφερθώ σε ζώντες σκαπανείς της ψαλτικής τέχνης στον τόπο μας, γνωρίζοντας τη φυσική σεμνότητά τους και την ανιδιοτελή προσφορά τους στην άνθιση της εκκλησιαστικής μουσικής στη Μεσσηνία) ήταν το γεγονός ότι δεν κατόρθωσαν να ευδοκιμήσουν στον γενέθλιο τόπο τους και άκμασαν εκτός!

«Καλλιτεχνικώς Προοδεύομεν…»
Τα νεώτερα χρόνια, ιδιαίτερα στην πόλη της Καλαμάτας, η πλούσια εκκλησιαστική παράδοση αυτών των σπουδαίων μουσικών, αλλά και πολλών άλλων, λησμονήθηκε. Κυριάρχησε η ευρωπαϊκή πολυφωνική μουσική στους περισσότερους ναούς, ως αποτέλεσμα της κακώς νοουμένης «προόδου» και εξευρωπαϊσμού (εκδυτικισμού δηλαδή) που έπρεπε να υποστεί η χώρα.
Πολύτιμα στοιχεία για τη συγκεκριμένη περίοδο, μπορεί να αντλήσει κανείς από το εξαιρετικά ενδιαφέρον πόνημα του συμπατριώτη μας εθνομουσικολόγου κ. Ιωάννη Πλεμμένου, διδάσκοντος στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο αυτό, που έχει τυπωθεί σε μια ιδιαίτερα καλαίσθητη έκδοση που επιμελήθηκαν οι καλαματιανές εκδόσεις «Έλυτρον», έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Καλλιτεχνικώς Προοδεύομεν…» και μελετά μέσα από το παράδειγμα της Καλαμάτας, τη διείσδυση της ευρωπαϊκής μουσικής στην ευρύτερη ελληνική επαρχία.
Ήταν τόση η ζέση πολλών εκπροσώπων της ανερχόμενης τότε αστικής τάξης της πόλης, που δημοσίευαν στις τοπικές εφημερίδες κείμενα, τασσόμενοι αναφανδόν υπέρ της τετραφωνικής μουσικής στους ναούς. Διαβάζουμε στη σελ. 231 του προαναφερθέντος βιβλίου: «Η μόδα της τετραφωνίας έγινε μάλιστα για ορισμένους εμμονή, όπως μπορούμε να αντιληφθούμε από επιφυλλιδογράφο της εποχής, που ακούγοντας ένα μεσημέρι τις “μελωδικώτατες” και “μελίρρητες” καμπάνες της Υπαπαντής πίστεψε ότι “απετέλουν βυζαντινήν τετραφωνίαν…και μοι εφαίνετο ότι ευρισκόμην επί της δόξης της Αγίας Σοφίας, ότι ήκουον εν τετραφωνία τους κώδωνάς της κρουομένους” («Ευνομία» 7/4/1896, σ. 2)».
Ατυχώς η μόδα αυτή δεν φαίνεται να ξεπεράστηκε ούτε τα χρόνια που ακολούθησαν. Παρά τη δραστηριοποίηση της λεγόμενης γενιάς του ’30 στα πνευματικά δρώμενα του τόπου, παρά τις άοκνες προσπάθειες μορφών της ψαλτικής τέχνης όπως ο Σίμων Καράς ή ο Θρασύβουλος Στανίτσας, η Καλαμάτα επέμεινε ευρωπαϊκά.

«Αινούντες»
Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται ως τις μέρες μας από την ύπαρξη τετράφωνης ευρωπαϊκής χορωδίας στον μητροπολιτικό ναό της Υπαπαντής (με πολλά αξιόλογα μέλη και εξαιρετικές φωνές, ιδιαίτερα στο παρελθόν), αλλά και από την καχεκτική εκπροσώπηση των ιεροψαλτών της Καλαμάτας σε κάθε εκδήλωση που είχε να κάνει με ένα θρησκευτικό γεγονός. Μόλις πέρυσι ιδρύθηκε Σύλλογος Ιεροψαλτών (παρά τις πολλές προσπάθειες που είχαν τορπιλιστεί στο παρελθόν), ενώ εκτός της εκκλησιαστικής χορωδίας της Ιεράς Μητροπόλεως, ο μόνος βυζαντινός χορός που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην πόλη είναι αυτός των «Αινούντων», μιας παρέας φίλων που εδώ και λίγα χρόνια αποφάσισαν να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά στον χώρο και να συστήσουν μια χορωδία πραγματικά υψηλών αξιώσεων με σκοπό την προβολή και την ανάδειξη του παραδοσιακού εκκλησιαστικού μέλους απαλλαγμένου από προσμείξεις ευρωπαϊκών ή ανατολίτικων στοιχείων.
Πρόσφατα πραγματοποίησαν την πρώτη τους επίσημη εμφάνιση με μια εξαιρετική πανθομολογουμένως εκδήλωση στο Πνευματικό Κέντρο, με τίτλο: «Φώτα ολόφωτα, Παπαδιαμαντική βραδιά» και κεντρικό ομιλητή τον καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Φ. Δημητρακόπουλο. Μέσα από εκλεκτούς βυζαντινούς ύμνους, κάλαντα που έψαλε η καθηγήτρια της εθνικής μας μουσικής κ. Γ. Ψαραδέλλη, προβολή φωτεινών διαφανειών που επιμελήθηκε ο καθηγητής πληροφορικής κ. Γ. Βασιλόπουλος, τον γνήσια παπαδιαμαντικό λόγο του κ. Δημητρακόπουλου και με την παρουσίαση της εκδήλωσης από τη δημοσιογράφο κ. Δ. Ηλιοπούλου, το κοινό της πόλης άνοιξε τους πνευματικούς του ορίζοντες σε μια εκδήλωση που συζητήθηκε πολύ. Επρόκειτο για ένα πνευματικό γεγονός που θα έπρεπε όλοι όσοι έχουν σχέση με το αντικείμενο να παρακολουθήσουν (καθηγητές, φιλακόλουθοι χριστιανοί, ιεροψάλτες, κληρικοί κ.ο.κ.) για να «αναβαπτισθούν» στα «Νάματα Ιορδάνεια» του κυρ – Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

«Παρήλθεν η σκιά του νόμου…»
Ευχή όλων των πραγματικών φίλων της μουσικής (και όσων ασχολούνται με τη βυζαντινή, και όσων αρέσκονται στην ευρωπαϊκή) είναι η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική να ορθοποδήσει και στην πόλη μας και οι ιεροψάλτες να βρουν τη θέση που πραγματικά τους ανήκει. Και μια πραγματική άνθιση, σημαίνει την ίδρυση κι άλλων ακόμη χορωδιών και συλλόγων που θα καλλιεργούν και θα υπηρετούν την τέχνη ενός Κουκουζέλη, ενός Πέτρου Πελοποννησίου, ενός Ξένου Κορώνης για να επανέλθουμε στα καθ’ ημάς. Ει δυνατόν, κάθε ναός θα πρέπει να συστήσει και τη δική του ξεχωριστή χορωδία με δασκάλους τους οικείους ψάλτες, που θα μεταδίδουν τη φλόγα της μάθησης στους νεωτέρους. Γιατί ψαλτήρι με έναν και μόνο υπερήλικα συνήθως που εκδιώκει κάθε νέο άνθρωπο που πλησιάζει να τον βοηθήσει, αυτό το θλιβερό θέαμα δηλαδή που έχουμε δυστυχώς συνηθίσει να συναντούμε ακόμα και στους ναούς της Καλαμάτας, θα πρέπει επιτέλους να λάβει τέλος. Η γενιά των τελευταίων εκπροσώπων του παρελθόντος φτάνει στο τέλος της. Νέοι άνθρωποι, με όρεξη για δουλειά στο αναλόγιο προστίθενται καθημερινά. Η άνοιξη για την ψαλτική τέχνη έρχεται έστω και καθυστερημένα και στην Καλαμάτα…